Αρχική Κύπρος Δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μετά το πέρας της συνεδρίας της...

Δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μετά το πέρας της συνεδρίας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως

Προσθέστε το Lemesos Blog ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Έντονες επιφυλάξεις για τη συνταγματικότητα του προτεινόμενου διαχωρισμού της Νομικής Υπηρεσίας εξέφρασε ο Γενικός Εισαγγελέας Γιώργος Λ. Σαββίδης, μετά τη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών την Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2026.

Ο κ. Σαββίδης χαρακτήρισε την προωθούμενη μεταρρύθμιση ως τη μεγαλύτερη συνταγματική τροποποίηση από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η επιλογή και ο σχεδιασμός της ανήκουν στην εκτελεστική εξουσία, ενώ η τελική απόφαση για την ψήφιση των νομοσχεδίων εναπόκειται στη Βουλή.

«Καμία σύγκρουση» με την Κυβέρνηση

Απορρίπτοντας την εικόνα σύγκρουσης με την Κυβέρνηση, ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι ο δικός του συνταγματικός ρόλος περιορίζεται στην εξέταση της νομικής και συνταγματικής ορθότητας των προτεινόμενων θεσμικών αλλαγών.

Η θέση του, όπως είπε, είναι ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αντισυνταγματικές. Στην ίδια κρίση κατέληξαν τέσσερις από τους επτά συνταγματολόγους της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που συστάθηκε για να μελετήσει το θέμα, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, με αυτή τη θέση συμφωνεί και ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος.

Τόνισε ότι τελικός κριτής κάθε ζητήματος συνταγματικής φύσεως είναι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Παράλληλα, δήλωσε έτοιμος να παράσχει στους βουλευτές βοήθεια ή καθοδήγηση κατά τη συνέχιση της συζήτησης.

Αναμένει δικαστική αμφισβήτηση

Ο Γενικός Εισαγγελέας εκτίμησε ότι, εάν η μεταρρύθμιση ψηφιστεί και αρχίσει να εφαρμόζεται, η συνταγματικότητά της θα αμφισβητηθεί με τις πρώτες υποθέσεις που θα καταχωρίσει ο νέος Γενικός Δημόσιος Κατήγορος.

Κατά την εκτίμησή του, το ζήτημα θα οδηγηθεί τότε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για τελεσίδικη κρίση. Εάν ο νόμος κριθεί αντισυνταγματικός, ανέφερε ότι θα πρέπει να καταργηθούν οι νέες δομές και να επανασυσταθεί η Νομική Υπηρεσία με τη σημερινή της μορφή.

Ο κ. Σαββίδης υποστήριξε ότι ο διαχωρισμός επηρεάζει θεμελιώδες άρθρο, τη βασική δομή του Συντάγματος και τη δικοινοτικότητα, γι’ αυτό θεωρεί ότι έχει σοβαρές πιθανότητες να κριθεί αντισυνταγματικός.

Θετικός στον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων

Διαφορετική ήταν η τοποθέτησή του για τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Γενικού Εισαγγελέα. Δήλωσε ότι δεν θα τον ενοχλούσε η καθιέρωση δικαστικού ελέγχου, σημειώνοντας ότι μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να προχωρήσει βάσει της νομολογίας χωρίς τόσο σοβαρή παρέμβαση στο Σύνταγμα.

Αναφέρθηκε ειδικά σε πρόταση νόμου της κας Ερωτοκρίτου, η οποία προβλέπει ότι ο έλεγχος θα αρχίζει από τον Γενικό Εισαγγελέα. Διευκρίνισε πως, ακόμη και αν ψηφιστεί σχετικός νόμος, θα απαιτηθεί χρόνος για δικαστικούς κανονισμούς και άλλες προπαρασκευαστικές ενέργειες.

Η συμμετοχή του στη συνεδρία και η αφυπηρέτηση

Απαντώντας σε ερώτηση για τη συμμετοχή του στη συνεδρία ενόψει της αφυπηρέτησής του, ο κ. Σαββίδης είπε ότι η αποχώρησή του αποκλείει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της μεταρρύθμισης, αφού οι αλλαγές δεν μπορούν να επηρεάσουν τη θητεία του.

Ανέφερε ακόμη ότι 15 λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας εργάστηκαν στον νομοτεχνικό έλεγχο των νομοσχεδίων. Ο ίδιος υπέγραψε την αιτιολογική έκθεση ώστε αυτά να τεθούν ενώπιον της Βουλής, καταγράφοντας ρητά τις επιφυλάξεις του και συνοδεύοντάς τες με τις γνώμες των εμπειρογνωμόνων.

Υπογράμμισε ότι δεν τοποθετήθηκε επί του αν η μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει, αλλά αποκλειστικά επί της συνταγματικής ορθότητάς της.

Η Αρχή κατά της Διαφθοράς και η υπόθεση του «μαύρου βαν»

Σε σχέση με την πρόθεση της Αρχής κατά της Διαφθοράς να ζητήσει γνωμάτευση για την ερμηνεία του άρθρου 10 και να διερευνήσει ενδεχόμενη σύγκρουση συμφέροντος του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, ο κ. Σαββίδης απέρριψε ότι εμπόδισε οποιαδήποτε έρευνα.

Όπως ανέφερε, είχε απαντήσει στα τέσσερα συγκεκριμένα θέματα που περιλαμβάνονταν σε επιστολή της Αρχής. Πρόσθεσε ότι η απόφαση για έναρξη έρευνας ανήκει αποκλειστικά στην Αρχή και ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έχει εξουσία να τη σταματήσει.

Σημείωσε επίσης ότι καταγγελία που υποβλήθηκε το 2023 δεν θα μπορούσε να είχε εξεταστεί στο πλαίσιο αστυνομικής έρευνας η οποία κάλυπτε την περίοδο 2019-2021 και ολοκληρώθηκε το 2021.

Οι προσφυγές για τα υφυπουργεία

Ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ακόμη ότι γνωρίζει τουλάχιστον δύο υποθέσεις στις οποίες τέθηκε πρωτοδίκως ζήτημα συνταγματικότητας των υφυπουργείων. Εκτίμησε ότι το θέμα θα φτάσει σταδιακά στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Απέφυγε να προδικάσει τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης κρίσης περί αντισυνταγματικότητας, καθώς, όπως εξήγησε, έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ενστάσεις για τον διορισμό, την ύπαρξη και τη συμμετοχή των υφυπουργών στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου.

Διευκρίνισε ότι όλα τα νομοσχέδια για την ίδρυση υφυπουργείων συνοδεύτηκαν από αιτιολογικές εκθέσεις, τόσο επί θητείας του προκατόχου του Κώστα Κληρίδη όσο και μετά τον δικό του διορισμό το 2020. Σύμφωνα με τον ίδιο, η θέση που καταγράφηκε ήταν ότι ο τρόπος σύστασής τους δεν δημιουργούσε συνταγματικό πρόβλημα.

Ολόκληρες οι δηλώσεις είναι διαθέσιμες στην επίσημη ανακοίνωση στο Gov.cy.