
Στο κελί ψυχολόγος και προπονητής για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων
Δύο σοβαρές υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων κατέληξαν σε ποινές φυλάκισης από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού. Στο επίκεντρο βρίσκονται ένας ψυχολόγος και ένας προπονητής/ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικής ομάδας, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για αδικήματα σε βάρος ανήλικων προσώπων.
Ποινές φυλάκισης σε δύο διαφορετικές υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων κατά ανηλίκων επέβαλε το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, με καταδικασθέντες έναν ψυχολόγο και έναν προπονητή/ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας.
Στην πρώτη υπόθεση, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών σε κατηγορούμενο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης. Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, η ανήλικη παρακολουθείτο από τον κατηγορούμενο υπό την ιδιότητά του ως ψυχολόγου.
Η υπόθεση εκδικάστηκε κεκλεισμένων των θυρών, λόγω της ηλικίας της παραπονούμενης. Το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, κατέληξε σε ευρήματα ενοχής σε τέσσερις κατηγορίες.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, το Δικαστήριο στάθηκε ιδιαίτερα στην κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης με την ανήλικη, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την ευάλωτη θέση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη.
Σε δεύτερη υπόθεση, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών σε προπονητή και ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων.
Η ποινή επιβλήθηκε στις 18 Ιουνίου 2026 από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή και κρίθηκε ένοχος σε έξι κατηγορίες που αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση παιδιού, άγρα παιδιού για σεξουαλικούς σκοπούς και απόκτηση πρόσβασης σε υλικό κακοποίησης παιδιού.
Πέραν των ποινών φυλάκισης, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους καταδικασθέντες, για περίοδο τριών ετών μετά την αποφυλάκισή τους, να προσφέρουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, να εργοδοτηθούν ή να απασχοληθούν σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη προστασίας των ανηλίκων, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα όπου πρόσωπα εξουσίας ή εμπιστοσύνης έχουν άμεση επαφή με παιδιά και εφήβους.






