Αρχική Από το Παρελθόν Η Λεμεσός μιας άλλης εποχής, από το βιβλίο «Η Λεμεσός της Τουρκοκρατίας»

Η Λεμεσός μιας άλλης εποχής, από το βιβλίο «Η Λεμεσός της Τουρκοκρατίας»

image

Ποιος είδε και δεν φοβήθηκε τις μάγισσες, που ενεργούσαν μόνο εν τη σκοτία

Αν βρισκόσουν γύρω από το λιμάνι της πόλης ή αν τύγχανε να περάσεις κοντά απ’ εκεί, σε περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη. Όταν πλησίαζε κανένα καράβι, κυρίως του Αραούζου, που ήταν πλοιοκτήτης, συνεχείς κανονιοβολισμοί τάρασσαν την ησυχία της περιοχής. Ευθύς αμέσως υψωνόταν στον ιστό του πλεούμενου η τούρκικη σημαία.

Μ’αυτά δινόταν το σύνθημα πως κατέφθασε το πλοίο στο λιμάνι. Και βέβαια ακολουθούσε η κίνηση των εργατών, που μετέφεραν εμπορεύματα στη στεριά ή φόρτωναν προϊόντα για εξαγωγή.

Αυτά συνέβαιναν στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.Ασυνήθιστη όμως ήταν η δραστηριότητα στο λιμάνι της Λεμεσού, όταν τα πλεούμενα μετέφεραν στα αμπάρια τους πολύτιμο φορτίο, αναγκαίο για τη διατροφή του πληθυσμού σε περιόδους έλλειψης αγαθών.

Τέτοιο φαινόμενο παρατηρήθηκε στα 1873. Τότε, λόγω παρατεταμένης ανομβρίας, ο φτωχόκοσμος είχε φτάσει στα όρια της πείνας. Σχεδόν πουθενά δεν βρισκόταν σιτάρι, εκτός στις αποθήκες κάποιων πλούσιων εμπόρων.

Ξεσηκώνω από ένα παλιό χειρόγραφο του χωριού Γεράσα την εξής σημείωση: «Τα χίλια οκτακόσια εβδομήντα τρία πείνα μεγάλη εγίνει εις την Κύπρον. Το κοιλό το σιτάρι ογδόντα γρόσια επήγε. Η οκά το αλεύρι 5 γρόσια». Σαν έφτασε λοιπόν το καράβι από την πόλη, η είδηση μεταδόθηκε αστραπιαία και οι άνθρωποι κινούνταν να δουν τι γινόταν.

Ο σουλτάνος λυπήθηκε, μαθές, τους υπηκόους του κι έστειλε μεγάλες ποσότητες αλεύρι να διαμοιραστεί ανάμεσά τους. Το φορτίο μεταφέρθηκε στο προαύλιο της εκκλησίας της Αγίας Νάπας και… όσοι φτωχοί προσέλθετε.

Πέτρες Λεμεσού, έτοιμες προς αναχώρηση για Πορτ-ΣάιδΟ χώρος αυτός του λιμανιού υπήρξε το σημείο της ζωηρότερης κίνησης από και προς τα εμπορικά κέντρα των διαφόρων χωρών. Απ’ εδώ, ανάμεσα σ’ άλλα, φορτώνονταν πέτρες που είχαν λατομηθεί σε περιοχές έξω από τη Λεμεσό και μεταφέρονταν στο Πορτ-Σάιδ της Αιγύπτου.

Τα σπίτια που κτίστηκαν εκείνες τις εποχές στην πόλη αυτή, βάλε πριν 135 τόσα χρόνια, είναι φτιαγμένα από λεμεσιανές πέτρες. Φτάσαμε ώς εκεί με τις πέτρες μας. Τα δρομολόγια των πλοίων έκαναν καπετάνιοι, κυρίως Ελλαδίτες. Ένας απ’ αυτούς, ο καπετάν Γιακουμής, είχε έρθει επίτηδες στη Λεμεσό για τις δουλειές αυτές. Έφερε όμως και τη σύζυγό του, τη Ζωγραφιά, που ήταν, καθώς το περιγράφουν οι παλιοί, όνομα και πράμα.

Οι αδελφοποιτοί του Αγίου ΑντωνίουΌμως ας αφήσουμε το λιμάνι και ας προχωρήσουμε λιγάκι παραπέρα, στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Ας σταθούμε πίσω σ’ ένα σημείο, διακριτικά. Ο παπάς διαβάζει μια ευχή σε τρεις παλληκαράδες και τους ζώνει με ένα οράριο. Κι αυτοί με ευλάβεια του φιλούν το χέρι και απέρχονται.

Είμαι σίγουρος ότι έχετε ήδη έτοιμο το ερώτημα. Τι γυρεύουν τα παλληκάρια τέτοια ώρα στο ναό και τι ήρθαν να κάνουν; ΄Ηρθαν να γίνουν αδελφοποιτοί. Ήταν μια συνήθεια τότε μεταξύ των Λεμεσιανών νέων να ορκίζονται να μείνουν φίλοι για πάντα και να ενεργούν από κοινού εναντίον… παντός εχθρού επιβούλου. Αυτοί οι αδελφοποιτοί, με την ιερή συμμαχία που έκαναν, μερικές φορές ήταν το φόβητρο της εποχής.

Κυκλοφορούσαν μ’ ένα μαχαίρι κρητικό στη μέση και κανένας δεν τολμούσε να παραβγεί μαζί τους. Και αυτό ακόμη το Κόλι, η περίπολος με Τούρκους στρατιώτες, δεν το ’κανε εύκολα να τους συλλάβει.

Ο Γερμανός αρχαιολόγος και η τύχη του…Τελευταίο γεγονός μνημονεύω το θάνατο ενός Γερμανού αρχαιολόγου, που συνέβη γύρω στα 1876 στην πόλη. Φαντάζεται κανείς πόσο σπουδαίο γεγονός υπήρξε η άφιξη ενός αρχαιολόγου στην Λεμεσό της Τουρκοκρατίας; Φαίνεται πως ο άνθρωπος αυτός έλκυσε το ενδιαφέρον και το σεβασμό των κατοίκων, μια που καθημερινά ασχολείτο με ανασκαφές στην Παλιά Λεμεσό.

Μια μέρα λοιπόν, εκεί που έσκαβε για να φέρει στο φως αρχαία της περιοχής, έπεσε σε λάκκο μεγάλου βάθους. Κάποιοι που ήταν εκεί έτρεξαν να τον βοηθήσουν. Μα δυστυχώς ήταν αργά. Τον ανέσυραν και τον μετέφεραν στο προαύλιο της Αγίας Νάπας, σε αίθουσα του σχολείου που λειτουργούσε.

Την επαύριο τον κήδεψαν στην παρουσία όλων των πολιτών, εκτιμητών του έργου του. Έτσι ο Γερμανός αρχαιολόγος, ονόματι Ιουστίνος Σιγισμούνδος, έμεινε για πάντα στη Λεμεσό και τάφηκε στο κοιμητήριο του Άη Νικόλα. Αναπαύεται εν ειρήνη ανάμεσα στα κυπαρίσια, ξεχασμένος κι αυτός από το μάκρος των χρόνων.

Όταν έβγαιναν οι μάγισσεςΗ Λεμεσός μιας άλλης εποχής με τα πλινθαρένια σπίτια και τα συμπαθή τετράποδα. Κεντρικός δρόμος της πόλης όπως τον απαθανάτισε ο φακός του John Τhomson στα 1878.

Τέλος, δυό λόγια να γράψω και για τις μάγισσες της εποχής, που υπήρχαν στην πόλη και ενεργούσαν, αλλά μόνο εν τη σκοτία. Τα βράδια λοιπόν, που η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι, έβγαιναν οι Λεμεσιανές αυτές μάγισσες. Και τι έκαναν; Άναβαν φωτιές στο δρόμο, άνοιγαν κουλούρες με ζυμάρι και διάβαζαν διάφορες ευχές για να πετύχουν τους δόλιους στόχους τους.

Στο μεταξύ άφηναν ξέδετα τα μαλλιά τους, κρατούσαν στο χέρι ένα κτένι του λιναριού και καβαλίκευαν καλάμι. Περιττό να πούμε ότι αρκετοί κάτοικοι, άνδρες και γυναίκες, που συναπαντούσαν μες τη νύκτα τέτοιες γυναίκες «έβαζαν τα πόδια τους στην πλάτη τους» και το ’σκαγαν τρομαγμένοι.

Περνούσαν τις γυναίκες αυτές για σατανάδες και απού φύγει-φύγει. Αλλά τους αδελφοποιτούς τι τους έχουμε; Άμα λάχει γίνονται και προστάτες άγιοι. Έτσι παρακινημένοι από κάποιους κατοίκους στάθηκαν μες τη νύκτα αδελφοποιτοί και άρπαξαν μια-δυο τέτοιες γυναικομάγισσες και από τότε… μην τον είδατε τον Παναγή…

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Δρ. Αλέξη Αλεξάνδρου με τίτλο «Η Λεμεσός της Τουρκοκρατίας».(Ο Αλέξης Αλεξάνδρου είναι Βοηθός Διευθυντής Α’ στο Λύκειο Παλιομετόχου)…

Προηγούμενο άρθροΠαραλιακός Ακτή Ολυμπίων
Επόμενο άρθρο“Ούλλοι λέουν τζιε πολλέουν τζιο στραός τζιεί που πονεί”, συγνώμη αλλά οι Πάφιοι επατήσαν πας την Αγία Τράπεζα