
Σε τρία χρόνια αύξησε το Εφετείο την ποινή φυλάκισης άνδρα σε υπόθεση ενδοοικογενειακής βίας, κρίνοντας ότι η διετής ποινή που είχε επιβάλει το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ήταν «έκδηλα ανεπαρκής».
Η απόφαση εκδόθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, έπειτα από έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος υποστήριξε ότι η αρχική ποινή δεν αντανακλούσε τη σοβαρότητα και την έκταση των αδικημάτων ούτε την ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών.
Οι κατηγορίες και η πρωτόδικη ποινή
Ο κατηγορούμενος, υπήκοος Σομαλίας, είχε παραδεχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου πέντε κατηγορίες. Αυτές αφορούσαν απειλή, επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, περιορισμό της ελευθερίας, κοινή επίθεση, καθώς και σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση της συμβίας του.
Το Κακουργιοδικείο τού επέβαλε άμεση φυλάκιση δύο ετών για την κατηγορία της σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Δεν επέβαλε πρόσθετες ποινές για τις άλλες κατηγορίες, καθώς τα γεγονότα τους περιλαμβάνονταν στην ίδια συμπεριφορά.
Τα περιστατικά βίας
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, το πρώτο περιστατικό σημειώθηκε τον Μάρτιο του 2025, στο διαμέρισμα όπου διέμενε το ζευγάρι. Προηγήθηκε διαφωνία, όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από τη συμβία του να τον μεταφέρει με το όχημά της για αγορά ναρκωτικών.
Ο άνδρας άσκησε επανειλημμένα βία σε βάρος της, χτυπώντας την στο σώμα και στον λαιμό. Η γυναίκα έχασε κάποια στιγμή τις αισθήσεις της για περίπου πέντε λεπτά και, όταν συνήλθε, εκείνος συνέχισε να ασκεί βία.
Της ανέφερε επίσης ότι θα πήγαινε ο ίδιος στην Αστυνομία για να την καταγγείλει, υποστηρίζοντας ότι ήταν ανήλικος και ότι εκείνη τον κακοποιούσε. Η γυναίκα τον προέτρεψε να μεταβεί στην Αστυνομία, ώστε να μπορέσει να διαφύγει από το διαμέρισμα.
Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε μικρό μαχαίρι για να την εκφοβίσει, τοποθετώντας το στον λαιμό της, ενώ τη χτύπησε και με καλώδιο φορτιστή.
Όταν η γυναίκα επιχείρησε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, ο κατηγορούμενος τη συνόδευσε, αρνούμενος ότι την είχε χτυπήσει. Σε νέα προσπάθειά της να απευθυνθεί στην Αστυνομία, εκείνος μπήκε στο όχημά της και, από τη θέση του συνοδηγού, έστρεψε το τιμόνι, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να αλλάξει κατεύθυνση.
Η γυναίκα σταμάτησε και προσπάθησε να απομακρυνθεί, όμως ο κατηγορούμενος τη χτύπησε στο πρόσωπο. Εκείνη κατέβηκε από το όχημα και άρχισε να τρέχει, αλλά ο άνδρας την καταδίωξε, την έβαλε ξανά στο αυτοκίνητο και την ανάγκασε να οδηγήσει προς το διαμέρισμα.
Φτάνοντας εκεί, κατάφερε να διαφύγει εκ νέου και σταμάτησε διερχόμενο όχημα, ζητώντας από τον οδηγό να τη μεταφέρει σε αστυνομικό σταθμό. Αστυνομικοί τη συνόδευσαν ακολούθως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου διαπιστώθηκαν μώλωπες και εκδορές στο πρόσωπο και σε διάφορα σημεία του σώματός της.
«Αναντιστοιχία» μεταξύ αδικημάτων και ποινής
Το Εφετείο επισήμανε ότι μπορεί να παρέμβει σε πρωτόδικη ποινή όταν αυτή είναι αντικειμενικά «έκδηλα ανεπαρκής» ή «έκδηλα υπερβολική», ή όταν έχει σημειωθεί σφάλμα αρχής.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση διαπίστωσε αναντιστοιχία ανάμεσα στη σοβαρότητα των αδικημάτων και στην επιβληθείσα ποινή. Στην απόφαση αναφέρεται ότι «οι περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης ήταν ιδιαιτέρως σοβαρές», τόσο ως προς τις πράξεις του εφεσίβλητου όσο και ως προς τη διάρκεια της συμπεριφοράς του.
Το δικαστήριο τόνισε ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, καθώς η βία είχε διάρκεια και επαναληπτικότητα. Τα στοιχεία αυτά είχαν ήδη αναγνωριστεί από το Κακουργιοδικείο ως επιβαρυντικοί παράγοντες.
Αναφερόμενο στην πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι το ύψος της ποινής, αντικειμενικά ιδωμένο και όχι ως υποκειμενική άποψη των μελών του, δεν ήταν ανάλογο προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση της ενδοοικογενειακής βίας και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.
Υπογράμμισε, παράλληλα, την αποτρεπτική λειτουργία της ποινής σε τέτοια αδικήματα, σημειώνοντας ότι η βία στο πλαίσιο προσωπικών και οικογενειακών σχέσεων δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή και πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα.
Καταλήγοντας, το Εφετείο χαρακτήρισε «αναγκαία» την παρέμβασή του και έκρινε ότι η διετής φυλάκιση ήταν έκδηλα ανεπαρκής. Ως εκ τούτου, αντικατέστησε την ποινή με φυλάκιση τριών ετών.
Πηγή: ΚΥΠΕ






