
Το Εφετείο επικύρωσε την άμεση εκτέλεση ποινής φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε σε άνδρα για την κλοπή ηλεκτρικού μοτοποδηλάτου αξίας €1.500, απορρίπτοντας το αίτημά του για αναστολή της ποινής.
Στην απόφασή του, ημερομηνίας 24 Σεπτεμβρίου 2026, το Δικαστήριο έκρινε επιβαρυντική τη διάπραξη άλλου αδικήματος μετά την κλοπή. Το μεταγενέστερο αδίκημα είχε παραδεχθεί ο εφεσείων και είχε ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο.
Οι υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη
Κατά την επιβολή της ποινής είχαν ληφθεί υπόψη ακόμη δύο υποθέσεις τις οποίες παραδέχθηκε ο εφεσείων: κλεπταποδοχή ηλεκτρικού σκούτερ αξίας €470 και εξασφάλιση πίστωσης ύψους €134,50 με ψευδείς παραστάσεις.
Το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 18 μηνών και διέταξε την άμεση εκτέλεσή της.
Ενώπιον του Εφετείου, ο εφεσείων υποστήριξε αρχικά ότι η ποινή ήταν υπερβολική. Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης αποσύρθηκε κατά την ακρόαση και η διαδικασία περιορίστηκε στο κατά πόσο έπρεπε να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης.
Τα επιχειρήματα για αναστολή της ποινής
Η συνήγορος του εφεσείοντα υποστήριξε ότι έπρεπε να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του, στην παραδοχή των αδικημάτων, στη μεταμέλειά του και στην επιστροφή των κλοπιμαίων στους ιδιοκτήτες τους.
Πρόβαλε επίσης ότι η άμεση φυλάκιση θα είχε ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε έμφαση στη συμπεριφορά του μετά την κλοπή. Σύμφωνα με την απόφαση, η κλοπή διαπράχθηκε τον Ιούνιο του 2024, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις.
Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η μεταγενέστερη διαγωγή του ήταν επιβαρυντική και δεν άφηνε έρεισμα για προσδοκία αναστολής της ποινής.
Η κρίση του Εφετείου
Το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε συνεκτιμήσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις, το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή και την επιστροφή των κλοπιμαίων.
Έκρινε, ωστόσο, ότι οι ελαφρυντικοί παράγοντες δεν υπερτερούσαν του δημόσιου συμφέροντος για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων και της έξαρσης αδικημάτων αυτής της φύσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε στη διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης πίστωσης μετά την κλοπή. Το Εφετείο έκρινε ότι αυτή η συμπεριφορά ήταν επιβαρυντική και δεν δικαιολογούσε αναστολή της ποινής.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η αναστολή μιας ποινής εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου και ότι κάθε υπόθεση κρίνεται βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεών της.
Καταλήγοντας, το Εφετείο απέρριψε τον εναπομείναντα λόγο έφεσης και επικύρωσε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση.
Πηγή: ΚΥΠΕ





