
Την άμεση έκτιση ποινής φυλάκισης δύο μηνών από άνδρα που θανάτωσε τον γάτο γείτονά του διέταξε την Παρασκευή το Εφετείο, ακυρώνοντας την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να αναστείλει την ποινή για τρία χρόνια.
Ο άνδρας είχε καταδικαστεί κατόπιν παραδοχής του για το περιστατικό, το οποίο συνέβη περί τον Αύγουστο του 2021. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, χτύπησε επανειλημμένα τον γάτο στο κεφάλι με σκουπόξυλο και ακολούθως τον έβαλε σε κάλαθο, όπου το ζώο σπαρταρούσε για μερικά δευτερόλεπτα προτού πεθάνει.
Επικυρώθηκε το ύψος της ποινής
Το Εφετείο απέρριψε τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι η δίμηνη ποινή φυλάκισης ήταν έκδηλα ανεπαρκής. Έκρινε ότι, παρότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικής, δεν ήταν τέτοια ώστε να δικαιολογείται παρέμβασή του ως προς το ύψος της.
Διαφορετική ήταν η ομόφωνη κρίση του για την αναστολή. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι οι περιστάσεις και ο τρόπος διάπραξης του αδικήματος δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής.
Στην απόφασή του επισήμανε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων, τόσο για την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη όσο και τρίτων προσώπων. «Δεδομένη, επίσης, είναι η ανάγκη προστασίας ανυπεράσπιστων ζώων από ανθρώπινη βιαιότητα, ανάγκη που πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην ποινή», ανέφερε.
Η κρίση για την πρωτόδικη απόφαση
Το Εφετείο σημείωσε ότι δεν ήταν σαφές εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε συνυπολογίσει τη βαρβαρότητα των επανειλημμένων χτυπημάτων, τα οποία προκάλεσαν το θανατηφόρο τραύμα στο κεφάλι του γάτου, καθώς και την τοποθέτηση του τραυματισμένου ζώου σε κάλαθο.
Χαρακτήρισε τις πράξεις ως «ενέργειες που μόνο απαξία μπορούν να προκαλέσουν στον μέσο φιλήσυχο άνθρωπο», επισημαίνοντας παράλληλα ότι η ανεπαρκής καταγραφή και ανάλυση των γεγονότων δυσχέρανε τον έλεγχο της επάρκειας της πρωτόδικης κρίσης.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, την παραδοχή του κατηγορουμένου, το λευκό ποινικό μητρώο του και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις.
Το Εφετείο εξήγησε, ωστόσο, ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που συνεκτιμώνται για τον καθορισμό και το ύψος μιας ποινής δεν μπορούν αυτομάτως να αποτελούν και αιτιολογία για την αναστολή της. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς γιατί οι προσωπικές περιστάσεις του άνδρα και τα υπόλοιπα στοιχεία δικαιολογούσαν τη μη άμεση έκτιση της ποινής.
Δεν έγινε δεκτό το επιχείρημα για την παρέλευση χρόνου
Το Εφετείο απέρριψε και το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος έπρεπε να συνυπολογιστεί υπέρ του άνδρα.
Όπως διαπίστωσε, οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση της πρωτόδικης διαδικασίας οφείλονταν, μεταξύ άλλων, είτε στη μη επίδοση του κατηγορητηρίου είτε σε αναβολές που αφορούσαν την υπεράσπιση είτε στη μη έγκαιρη ετοιμασία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, λόγω μη ανταπόκρισης του κατηγορουμένου.
«Δεν βρίσκουμε έρεισμα στην εισήγηση ότι ο παράγοντας χρόνος μπορεί να επενεργήσει ευεργετικά για τον εφεσίβλητο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στο διάστημα που μεσολάβησε δεν προέκυψαν νέα δεδομένα που να δικαιολογούν διαφορετική αντιμετώπιση.
Καταλήγοντας, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα και επικύρωσε τη δίμηνη φυλάκιση. Αποδέχθηκε, όμως, τον δεύτερο λόγο έφεσης και διέταξε την άμεση εκτέλεση της ποινής.
Πηγή: ΚΥΠΕ






