Αρχική ΑΕΛ Ανώτατο: Ακύρωσε ένταλμα έρευνας για την επίθεση στο σωματείο της ΑΕΛ

Ανώτατο: Ακύρωσε ένταλμα έρευνας για την επίθεση στο σωματείο της ΑΕΛ

Ανώτατο: Ακύρωσε ένταλμα έρευνας για την επίθεση στο σωματείο της ΑΕΛ
Προσθέστε το Lemesos Blog ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε ένταλμα έρευνας για οικία στην επαρχία Λευκωσίας, το οποίο είχε εκδοθεί στο πλαίσιο των ερευνών για την επίθεση στο σωματείο της ΑΕΛ στη Λακατάμεια τον Μάιο του 2025. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η γενική αναφορά σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, χωρίς συγκεκριμένο προσδιορισμό, παρείχε ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς όσα μπορούσαν να αναζητηθούν και να παραληφθούν.

Με την απόφαση, η οποία εκδόθηκε τη Δευτέρα, έγινε δεκτή η έφεση δύο αδελφών και παραμερίστηκε προηγούμενη πρωτόδικη απόφαση. Παράλληλα, εκδόθηκε προνομιακό ένταλμα certiorari, με το οποίο ακυρώθηκε το ένταλμα έρευνας της 20ής Μαΐου 2025.

Η επίθεση στη Λακατάμεια

Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονταν στην ένορκη δήλωση η οποία συνόδευε το αίτημα για το ένταλμα έρευνας, περίπου 50 άτομα που επέβαιναν σε μοτοποδήλατα και αυτοκίνητα εισήλθαν γύρω στις 22:30 της 18ης Μαΐου 2025 στο σωματείο της ΑΕΛ, στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λακατάμεια.

Τα πρόσωπα είχαν καλυμμένα τα χαρακτηριστικά τους, φορούσαν ρούχα με διακριτικά του ΑΠΟΕΛ και, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, έφεραν επιθετικά όργανα, μεταξύ των οποίων ρόπαλα και πέτρες. Προκάλεσαν ζημιές σε γυαλιά και στον εξοπλισμό του σωματείου, ενώ επιτέθηκαν σε θαμώνες και τους τραυμάτισαν. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο, όπου έτυχαν περίθαλψης.

Μετά τις εξετάσεις και τον έλεγχο κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης της περιοχής, εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον δύο προσώπων. Αφού συνελήφθησαν, εκδόθηκαν δικαστικά διατάγματα για την οκταήμερη προσωποκράτησή τους.

Τι αναζητούσαν οι Αρχές

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε εκδώσει το ένταλμα έρευνας με την αιτιολογία ότι υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται πως στην οικία αποκρύπτονταν αντικείμενα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν μαρτυρία για τα υπό διερεύνηση αδικήματα.

Στο ένταλμα αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, επιθετικά όπλα, ξύλινα ρόπαλα, κράνη και κουκούλες, καθώς και ρουχισμός, υποδήματα και γάντια. Η έρευνα αφορούσε αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, παράνομης εισόδου, οχλαγωγίας, κακόβουλης ζημιάς, κατοχής επιθετικών οργάνων, οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, ανησυχίας και επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, όπως και το αδίκημα προσώπου που καταλαμβάνεται οπλισμένο με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος.

Οι δύο λόγοι της έφεσης

Οι δύο αδελφοί, αφού εξασφάλισαν σχετική άδεια κατόπιν έφεσης, καταχώρισαν αίτηση για την έκδοση εντάλματος certiorari σε σχέση με το ένταλμα έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ασκώντας την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του, απέρριψε το αίτημά τους στις 21 Απριλίου 2026. Ακολούθησε η νέα έφεση, με την οποία υποστήριξαν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει λανθασμένα το αίτημά τους.

Ο πρώτος λόγος έφεσης ήταν ότι δεν υπήρχε μαρτυρία πως οι εφεσείοντες είχαν μεταφέρει ή χρησιμοποιήσει τα αναφερόμενα επιθετικά όπλα. Υποστήριξαν επίσης ότι αντικείμενα όπως ρούχα, υποδήματα, γάντια και κουκούλες περιγράφονταν με αόριστο και γενικό τρόπο, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή ή σύνδεση με τους ίδιους και την κατοικία τους.

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης υποστήριξαν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε λανθασμένα πως υπήρχε επαρκής μαρτυρία που συνέδεε την οικία τους με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και τα αναζητούμενα αντικείμενα. Η πλευρά του εφεσίβλητου αντέτεινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε εκδοθεί σε πλήρη συμμόρφωση με την ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία.

Το σκεπτικό του Ανωτάτου

Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώτος λόγος έφεσης, στο μέρος που αφορούσε την απουσία μαρτυρίας για σύνδεση των εφεσειόντων με τα επιθετικά όπλα, τα ξύλινα ρόπαλα, τα κράνη και τις κουκούλες, δεν μπορούσε να γίνει δεκτός.

Ως προς τον δεύτερο λόγο, ωστόσο, επισήμανε ότι ο ρουχισμός και τα υποδήματα είναι από τη φύση τους αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα οποία εύλογα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην οικία. Η συμπερίληψή τους στο ένταλμα χωρίς συγκεκριμενοποίηση και προσδιορισμό είχε ως αποτέλεσμα να παρέχεται ανεπίτρεπτα ευρεία διακριτική ευχέρεια σχετικά με όσα μπορούσαν να αναζητηθούν και να παραληφθούν.

Το Ανώτατο κατέληξε ότι η παρέμβασή του ήταν επαρκώς δικαιολογημένη. Ως εκ τούτου, δέχθηκε την έφεση, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και ακύρωσε το ένταλμα έρευνας της 20ής Μαΐου 2025.

Πηγή: ΚΥΠΕ