
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε έφεση προσώπου που αντιμετωπίζει, μεταξύ άλλων, κατηγορία για κατασκοπεία, κρίνοντας ότι η εξέταση των κατασχεθεισών ηλεκτρονικών συσκευών του πριν από την έκδοση σχετικού εντάλματος δεν συνιστούσε πρόσβαση σε ιδιωτικές επικοινωνίες.
Η απόφαση, ημερομηνίας 29 Σεπτεμβρίου 2026, αφορά ποινική υπόθεση για παρακολούθηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Το επίμαχο ένταλμα είχε εκδοθεί τον Ιούνιο του 2025 και επέτρεπε την πρόσβαση, την επιθεώρηση και τη λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ηλεκτρονικές συσκευές που κατασχέθηκαν στην κατοικία του εφεσείοντα.
Ο εφεσείων είχε συλληφθεί το 2025, έπειτα από στοιχεία που τον παρουσίαζαν να κινείται κοντά στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής-Ακρωτηρίου, στο Αεροδρόμιο Πάφου και στην Αεροπορική Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, έφερε μεγάλη φωτογραφική μηχανή και τρία έξυπνα κινητά τηλέφωνα, ενώ φέρεται να φωτογράφιζε, να συνομιλούσε τηλεφωνικά και να κρατούσε έντυπες σημειώσεις. Συνελήφθη βάσει δικαστικού εντάλματος για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων παραβάσεις του περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2019 και κατασκοπεία.
Κατά την έρευνα στο διαμέρισμα όπου διέμενε κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, δύο κινητά τηλέφωνα, τρεις κάρτες κινητής τηλεφωνίας, φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, φωτογραφική μηχανή και η κάρτα μνήμης της.
Η ένσταση για τη «δικανική εξαγωγή»
Το βασικό ζήτημα ενώπιον του Ανωτάτου ήταν κατά πόσο η Αστυνομία είχε αποκτήσει πρόσβαση σε ιδιωτικές επικοινωνίες από τις συσκευές πριν εξασφαλίσει το ένταλμα.
Από τις συσκευές είχε πραγματοποιηθεί «δικανική εξαγωγή» του περιεχομένου και είχαν δημιουργηθεί αντίγραφα, τα οποία αποθηκεύτηκαν σε ηλεκτρονικούς φακέλους. Ακολούθησε ανάλυση του περιεχομένου.
Ο εφεσείων υποστήριξε ότι οι ενέργειες αυτές αποτελούσαν ήδη πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία και ότι το μεταγενέστερο ένταλμα επιχειρούσε να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων την προηγούμενη πρόσβαση.
Το Ανώτατο απέρριψε τη θέση αυτή, αποφαινόμενο ότι τόσο η δημιουργία των δικανικών αντιγράφων όσο και η ανάλυση που είχε προηγηθεί δεν αφορούσαν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.
«Οι ενέργειες που είχαν γίνει για τη δημιουργία δικανικών αντιγράφων και την αποθήκευση τους σε ηλεκτρονικούς φακέλους σε σκληρό δίσκο, δεν συνιστούν πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», αναφέρεται στην απόφαση.
Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι ούτε οι αναλύσεις περιεχομένου στις οποίες έγινε αναφορά φάνηκε να περιλαμβάνουν τέτοια πρόσβαση.
Η εξέταση φωτογραφιών και βίντεο
Στις συσκευές είχαν εντοπιστεί πολλές φωτογραφίες και βίντεο στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Το Ανώτατο σημείωσε ότι η εξέταση ενός κινητού τηλεφώνου ως φωτογραφικής μηχανής δεν αφορά κατ’ ανάγκη επικοινωνία.
«Τα κινητά τηλέφωνα είναι πολυμηχανήματα. Είναι και φωτογραφικές μηχανές. Στην έκταση που ένα κινητό τηλέφωνο εξετάζεται ως φωτογραφική μηχανή, δεν υπεισέρχεται ζήτημα επικοινωνίας», αναφέρεται στην απόφαση.
Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τα δεδομένα θα ήταν διαφορετικά εάν το φωτογραφικό υλικό ή τα βίντεο είχαν αποσταλεί σε άλλο πρόσωπο. Διαπίστωσε, ωστόσο, ότι αυτό δεν συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το Ανώτατο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι η αναφερόμενη στην ένορκη δήλωση «δικανική ανάλυση της εξέτασης των τεκμηρίων» δεν αφορούσε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.
Απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν είχε εξεταστεί κατά πόσο το ένταλμα πρόσβασης τηρούσε την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την απόφαση, το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξετάσει το ζήτημα και είχε κρίνει ότι η αρχή δεν παραβιαζόταν.
Ως αποτέλεσμα, η έφεση απορρίφθηκε, με το Ανώτατο να κρίνει ότι η προηγούμενη εξέταση των κατασχεθεισών συσκευών δεν αφορούσε πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία.
Πηγή: ΚΥΠΕ






