Αρχική Κύπρος Ανώτατο: Παραβίαση της ΕΣΔΑ για δύο αγνοουμένους του 1974 – €100.000 στους...

Ανώτατο: Παραβίαση της ΕΣΔΑ για δύο αγνοουμένους του 1974 – €100.000 στους συγγενείς

Προσθέστε το Lemesos Blog ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Παραβιάσεις των Άρθρων 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από την Κυπριακή Δημοκρατία διαπίστωσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε υπόθεση δύο αγνοουμένων του 1974, επιδικάζοντας συνολικές αποζημιώσεις €100.000 στους συγγενείς τους.

Η ομόφωνη απόφαση, ημερομηνίας 4 Σεπτεμβρίου 2026, έκανε δεκτή την έφεση των συγγενών και παραμέρισε πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Την έκβαση της υπόθεσης γνωστοποίησε με ανακοίνωσή του το δικηγορικό γραφείο «Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ», το οποίο εκπροσωπούσε τους εφεσείοντες.

Η οικογένεια των δύο αγνοουμένων είχε εγείρει αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας το 2009, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως το 2017.

Η εξαφάνιση και η υποχρέωση στοχευμένης έρευνας

Σύμφωνα με την απόφαση, οι δύο άνδρες ήταν άοπλοι κάτοικοι του Στρογγυλού. Απήχθησαν στις 15 Αυγούστου 1974 και έκτοτε αγνοείται η τύχη τους.

Το Ανώτατο διαφοροποίησε ουσιωδώς την υπόθεση από άλλες περιπτώσεις αγνοουμένων της περιόδου της εισβολής. Με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία, οι δύο άνδρες φέρονται να απήχθησαν από συγχωριανούς τους, επίσης πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, και όχι από μέλη στρατιωτικής δύναμης ή του τουρκικού στρατού.

Υπό αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρμόδιες αρχές είχαν αυξημένη υποχρέωση για «στοχευμένη, εξειδικευμένη και εντατική διερεύνηση». Σε αυτήν περιλαμβανόταν η αναζήτηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών σε εσωτερικό επίπεδο, «προς διασφάλιση της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης σ’ ένα κράτος δικαίου».

Η ένταξη της υπόθεσης στο ίδιο γενικό πλαίσιο με τις υπόλοιπες υποθέσεις αγνοουμένων κρίθηκε ανεπαρκής. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η εν λόγω ομοιόμορφη και μη εξατομικευμένη αντιμετώπιση της υπόθεσης στερείται της απαιτούμενης προσαρμογής στα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο επιμέλειας που επιβάλλει η Σύμβαση».

Το Ανώτατο υπογράμμισε ότι η θετική υποχρέωση του κράτους απαιτεί «ουσιαστική, ανεξάρτητη έρευνα, ικανή να οδηγήσει στον εντοπισμό και, ενδεχομένως, στην απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους».

Η υποχρέωση αποτελεσματικής διερεύνησης ισχύει είτε τα υπό εξέταση αδικήματα τελέστηκαν από κρατικά όργανα είτε από τρίτα πρόσωπα. Δεν εξαρτάται, επίσης, από την προηγούμενη ανεύρεση ή ταυτοποίηση των λειψάνων των αγνοουμένων.

Γιατί δεν αρκούσε η έρευνα της ΔΕΑ

Το Δικαστήριο εξέτασε και τον ρόλο της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους. Σημείωσε ότι η αποστολή της περιορίζεται στην εξακρίβωση του κατά πόσον οι αγνοούμενοι είναι νεκροί ή ζωντανοί και δεν περιλαμβάνει τη διερεύνηση των αιτιών θανάτου ή την απόδοση ευθύνης.

Κατά συνέπεια, έκρινε ότι η έρευνα της ΔΕΑ δεν επαρκούσε για τους σκοπούς του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ.

Στην απόφαση λήφθηκαν υπόψη και πληροφορίες για πρόσωπα που φέρονταν να εμπλέκονται στην απαγωγή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ένας από τους κατονομαζόμενους είχε περάσει στις ελεύθερες περιοχές το 1984, ενώ άλλος είχε θεαθεί στις ελεύθερες περιοχές μετά την εισβολή, χωρίς να προκύπτει σχετική ενέργεια από τις κυπριακές αρχές.

Το Ανώτατο αναγνώρισε τις «συνθήκες γενικευμένης αναταραχής και διοικητικής δυσχέρειας» μετά την τουρκική εισβολή. Έκρινε, ωστόσο, ότι αυτές «δεν δύνανται να απαλλάξουν το Κράτος από τις θετικές του υποχρεώσεις».

Οι παραβιάσεις των Άρθρων 2 και 3

Με βάση τα στοιχεία της υπόθεσης, το Ανώτατο κατέληξε ότι η Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αποτελεσματικής διερεύνησης της τύχης των δύο αγνοουμένων, όπως αυτή απορρέει από το Άρθρο 2 της ΕΣΔΑ.

Το Άρθρο 2 κατοχυρώνει το δικαίωμα στη ζωή και επιβάλλει, μεταξύ άλλων, αποτελεσματική έρευνα όταν περιστάσεις θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή ή όταν πρόσωπο εξαφανίζεται υπό τέτοιες συνθήκες.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε παράλληλα παραβίαση του Άρθρου 3, το οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Αναγνώρισε την πολυετή αβεβαιότητα και την ψυχική οδύνη των συγγενών, καθώς οι αρμόδιες αρχές δεν τους παρείχαν ουσιαστικές απαντήσεις για την τύχη των δύο ανδρών.

«Η αποτυχία του Κράτους να διερευνήσει αποτελεσματικά και εντός ευλόγου χρόνου την τύχη των αγνοούμενων συγγενών των Εφεσειόντων στέρησε στους τελευταίους, επί δεκαετίες, τη δυνατότητα γνώσης της αλήθειας και τους εγκλώβισε σε μία διαρκή κατάσταση αγωνίας και ψυχικής ταλαιπωρίας», αναφέρει η απόφαση.

Το Ανώτατο επισήμανε ακόμη ότι «δεν είναι συμβατό με τις απαιτήσεις του Άρθρου 3 να μετακυλίεται στους συγγενείς το βάρος της διερεύνησης της τύχης του αγνοουμένου».

Οι λόγοι έφεσης και οι αποζημιώσεις

Οι εφεσείοντες προέβαλαν συνολικά 19 λόγους έφεσης. Μεταξύ άλλων, αμφισβήτησαν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, την ενημέρωσή τους για τους φακέλους των αγνοουμένων και την κρίση ότι η απαγωγή και εξαφάνιση συνέβη εν καιρώ εχθροπραξιών. Έθεσαν επίσης ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή της νομολογίας για τα Άρθρα 2 και 3.

Το Ανώτατο έκρινε βάσιμους έξι λόγους έφεσης. Αυτοί αφορούσαν κυρίως το ζήτημα των εχθροπραξιών, την εφαρμογή των σχετικών προνοιών της ΕΣΔΑ, την απόρριψη της αγωγής και τον χαρακτηρισμό της πρωτόδικης απόφασης ως «επικίνδυνου προηγουμένου».

Απορρίφθηκαν, αντίθετα, λόγοι που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την ενημέρωση των συγγενών για την πορεία της υπόθεσης και την προσφυγή τους στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Ως προς την αποζημίωση, το Ανώτατο έκρινε ότι οι παραβιάσεις δικαιολογούσαν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη των συγγενών. Διευκρίνισε ότι η αποζημίωση δεν αποσκοπεί σε οικονομικό όφελος ή πλουτισμό των εφεσειόντων, αλλά στην αναγνώριση της παραβίασης και, κατά το δυνατόν, στην αποκατάσταση της βλάβης.

Το Δικαστήριο επιδίκασε τελικά €100.000 στους συγγενείς των δύο αγνοουμένων, μαζί με τα σχετικά δικαστικά έξοδα.

Πηγή: ΚΥΠΕ