
Αντισυνταγματικό έκρινε στις 20 Οκτωβρίου 2026 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου τον νόμο που ψήφισε η Βουλή για την επέκταση στις πολύ μικρές επιχειρήσεις του πλαισίου προστασίας που ισχύει για τραπεζικούς λογαριασμούς καταναλωτών. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, οι επίμαχες ρυθμίσεις παραβίαζαν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως».
Το Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση που υποστήριξε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και έκρινε ότι οι βασικές διατάξεις του νόμου αντίκεινται στο Άρθρο 26.1 του Συντάγματος και, κατ’ επέκταση, στο Άρθρο 179.
Η επέκταση του πλαισίου στις πολύ μικρές επιχειρήσεις
Ο νόμος, με τίτλο «Ο περί της Συγκρισιμότητας των Τελών, της Αλλαγής Λογαριασμού Πληρωμών και της Πρόσβασης σε Λογαριασμούς Πληρωμών από τις Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμος του 2026», είχε ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Μάρτιο του 2026.
Με αυτόν επιδιωκόταν να επεκταθεί στις πολύ μικρές επιχειρήσεις το καθεστώς προστασίας που θεσπίστηκε για τους καταναλωτές κατά την εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ. Η Οδηγία αφορά τη συγκρισιμότητα των τελών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο είχε ενσωματωθεί στην κυπριακή έννομη τάξη με τον Ν. 64(Ι)/2017, ο οποίος κάλυπτε αποκλειστικά τους καταναλωτές. Ο νέος νόμος επέβαλλε αντίστοιχους υποχρεωτικούς όρους στα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία, επηρεάζοντας τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσής τους.
Η αναφορά του Προέδρου και η κρίση του Δικαστηρίου
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέπεμψε τον νόμο στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το Άρθρο 51.1 του Συντάγματος.
Η θέση του Προέδρου, όπως υποστηρίχθηκε μέσω της Νομικής Υπηρεσίας, ήταν μεταξύ άλλων ότι ο νόμος περιείχε στοιχεία διοικητικής λειτουργίας και παραβίαζε τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Προβλήθηκε επίσης ότι παραβίαζε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισάγοντας διάκριση υπέρ των κυπριακών επιχειρήσεων έναντι προσώπων καταγωγής άλλου κράτους μέλους, καθώς και ότι περιόριζε την επιχειρηματική ελευθερία.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι βασικές διατάξεις επενέβαιναν στην ελευθερία των πιστωτικών ιδρυμάτων να αποφασίζουν εάν και με ποιους θα συνάψουν συμβάσεις. Κατά την κρίση του, τα ιδρύματα υποχρεώνονταν να συμβάλλονται χωρίς να μπορούν να αξιολογούν επαρκώς τους κινδύνους ή την επιχειρηματική πολιτική τους.
Διαπίστωσε, ακόμη, ότι δεν είχε τεκμηριωθεί επαρκώς άμεση και πιεστική κοινωνική ανάγκη που να δικαιολογεί τον περιορισμό του συγκεκριμένου συνταγματικού δικαιώματος.
Άκυρος ολόκληρος ο νόμος
Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε τον νόμο, κρίνοντας ότι η υποχρέωση των τραπεζών να παρέχουν συγκεκριμένους λογαριασμούς σε πολύ μικρές επιχειρήσεις περιόριζε υπερβολικά τη συμβατική τους ελευθερία χωρίς επαρκή συνταγματική δικαιολογία.
Επειδή οι κεντρικές διατάξεις κρίθηκαν άκυρες, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ολόκληρος ο νόμος δεν μπορούσε να λειτουργήσει αυτοτελώς.
Την Αναφορά εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας χειρίστηκε η Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, Έλενα Συμεωνίδου.
Αρχική πηγή: Ανακοίνωση στο Gov.cy για την απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου





