
Σοβαρές αδυναμίες στην ενημέρωση των επιβατών, στις στάσεις και στην αξιοπιστία των δρομολογίων λεωφορείων στη Λευκωσία καταγράφει έρευνα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, με το 63% των συμμετεχόντων να δηλώνει ότι δεν θα επέλεγε ξανά το λεωφορείο.
Τα ευρήματα θέτουν παράλληλα ερωτήματα για την επάρκεια της παρακολούθησης της σχετικής σύμβασης από το Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων.
Στον προλογισμό της Ειδικής Έκθεσης, ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου αναφέρει ότι ζητούμενο είναι η δημόσια συγκοινωνία να καταστεί πραγματικά ελκυστική και ανταγωνιστική έναντι του ιδιωτικού αυτοκινήτου, μέσα από μια αξιόπιστη, εύχρηστη και οικονομικά συμφέρουσα υπηρεσία.
Έλεγχος σε πραγματικές συνθήκες
Η έρευνα διεξήχθη από τις 10 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 2025. Μέλη της Ελεγκτικής Υπηρεσίας χρησιμοποίησαν τα λεωφορεία ως απλοί επιβάτες και αξιολόγησαν την υπηρεσία σε πραγματικές συνθήκες, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του παρόχου.
Συμμετείχαν 110 μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας, τα οποία συμπλήρωσαν συνολικά 204 ερωτηματολόγια. Οι περισσότερες διαδρομές πραγματοποιήθηκαν επτά φορές, σε διαφορετικές ημέρες και από διαφορετικά πρόσωπα.
Στην εξέταση των διευκολύνσεων για άτομα με αναπηρία συμμετείχε και εκπρόσωπος της Οργάνωσης Παραπληγικών Κύπρου.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διευκρινίζει ότι τα αποτελέσματα δεν θεωρούνται πλήρως αντιπροσωπευτικά του γενικού πληθυσμού ή των συστηματικών χρηστών λεωφορείων. Οι συμμετέχοντες διαθέτουν ιδιωτικό αυτοκίνητο, το οποίο χρησιμοποιούν ως βασικό μέσο μετακίνησης.
Η έρευνα κρίνεται, ωστόσο, χρήσιμη για την αξιολόγηση των παραγόντων που επηρεάζουν την πιθανότητα μετάβασης πολιτών από το ιδιωτικό όχημα στις δημόσιες μεταφορές.
Χωρίς πληροφορίες για δρομολόγια το 55% των στάσεων
Στο 55% των στάσεων που εξετάστηκαν δεν υπήρχε καμία ενημέρωση για τα δρομολόγια που τις εξυπηρετούν. Στο 32% υπήρχαν πινακίδες ή κωδικοί QR και μόνο στο 13% λειτουργούσαν συστήματα τηλεματικής ενημέρωσης.
Σε επίπεδο υποδομών, το 32% των στάσεων δεν διέθετε στέγαστρο, ενώ στο 22% δεν υπήρχε ούτε κάθισμα ούτε στέγαστρο.
Αντίθετα, στο 87% των στάσεων το πεζοδρόμιο βρισκόταν σε καλή κατάσταση και στο 74% η καθαριότητα κρίθηκε ικανοποιητική. Καταγράφηκαν, πάντως, περιστατικά έντονης δυσοσμίας, συσσώρευσης απορριμμάτων και βανδαλισμών, ακόμη και σε κεντρικούς σταθμούς.
Ανακριβείς θέσεις στάσεων και παρωχημένες πληροφορίες
Προβλήματα διαπιστώθηκαν στην ακρίβεια των στοιχείων που παρέχονται μέσω της ιστοσελίδας και των εφαρμογών. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η πραγματική θέση στάσεων απείχε περίπου 85 και 135 μέτρα από το σημείο που εμφάνιζαν η εφαρμογή Pame και η ιστοσελίδα.
Η έκθεση καταγράφει επίσης λανθασμένα ωράρια, ασυνέπειες μεταξύ διαφορετικών πηγών ενημέρωσης και εμφάνιση στάσεων που είχαν καταργηθεί.
Κατά τις εκτροπές δρομολογίων λόγω οδικών έργων δεν υπήρχε πάντοτε επικαιροποιημένη ενημέρωση για τις στάσεις που παραλείπονταν ή προστίθεντο. Σε δύο περιπτώσεις, συμμετέχοντες περίμεναν περίπου μισή ώρα και στη συνέχεια χρειάστηκε να περπατήσουν για ακόμη περίπου μισή ώρα μέχρι άλλη στάση.
Στο δρομολόγιο 48, το οποίο συνδέει την Ανθούπολη με το Πανεπιστήμιο Κύπρου μέσω του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, η πραγματική διαδρομή και οι στάσεις που εξυπηρετούνταν δεν συμφωνούσαν με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.
Τη χρηστικότητα του συστήματος επηρεάζει και η χαμηλή συχνότητα ορισμένων γραμμών, στις οποίες τα λεωφορεία περνούν ανά μία ή ακόμη και δύο ώρες.
Για έξι από τα εννέα σενάρια μετακίνησης χρειάστηκαν δύο διαφορετικά λεωφορεία. Η μετεπιβίβαση αύξησε τον συνολικό χρόνο και την αβεβαιότητα της διαδρομής.
Ελλείψεις και μέσα στα λεωφορεία
Μετά την επιβίβαση διαπιστώθηκε ανεπαρκής πληροφόρηση για τις επόμενες στάσεις και τον χρόνο άφιξης. Δεν υπήρχε επίσης δυνατότητα αγοράς εισιτηρίου με τραπεζική κάρτα, γεγονός που, κατά την έκθεση, επηρεάζει ιδιαίτερα τους περιστασιακούς χρήστες και τους επισκέπτες.
Η συμπεριφορά και ο τρόπος οδήγησης των οδηγών αξιολογήθηκαν γενικά θετικά. Καταγράφηκαν, ωστόσο, μεμονωμένα περιστατικά που απείχαν ουσιωδώς από το αναμενόμενο επίπεδο επαγγελματικής συμπεριφοράς.
Ως ιδιαίτερα σοβαρή αξιολογήθηκε περίπτωση κατά την οποία οδηγός αρνήθηκε να συνεργαστεί ώστε να εξυπηρετηθεί άτομο με αναπηρία με τον προβλεπόμενο τρόπο.
Ερωτήματα για την εποπτεία του Υπουργείου
Σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, το Υπουργείο αναγνώρισε στην απαντητική επιστολή του την ύπαρξη παραλείψεων και εξέφρασε πρόθεση να υιοθετήσει διορθωτικές ενέργειες.
Η Υπηρεσία επισημαίνει, όμως, ότι τα ευρήματα προέκυψαν από δειγματοληπτική έρευνα και ενδέχεται να μην είναι εξαντλητικά. Για αυτό, η αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν θα πρέπει να περιοριστεί στα συγκεκριμένα περιστατικά.
Η έκθεση αναφέρει ότι «δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα αναφορικά με την επάρκεια της παρακολούθησης της σύμβασης από το ΥΜΕΕ». Πολλά από τα προβλήματα, προσθέτει, θα μπορούσαν να είχαν εντοπιστεί έγκαιρα μέσω τακτικών ελέγχων και εφαρμογής των σχετικών συμβατικών προνοιών όταν ο ανάδοχος δεν τηρεί πλήρως τις υποχρεώσεις του.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία ζητά συστηματικά μέτρα για την πρόληψη και επίλυση ανάλογων ζητημάτων, με ελέγχους στην ακρίβεια της πληροφόρησης, στην εκτέλεση των δρομολογίων, στην κατάσταση των στάσεων και στην προσβασιμότητα.
Δεν είναι πάντα φθηνότερη η μετακίνηση με λεωφορείο
Η έκθεση εξετάζει ακόμη εάν το λεωφορείο αποτελεί οικονομικά συμφέρουσα εναλλακτική έναντι του ιδιωτικού αυτοκινήτου. Η σύγκριση βασίστηκε σε δέκα ενδεικτικά σενάρια μετακινήσεων εντός αστικού ιστού, συνολικού μήκους επτά χιλιομέτρων.
Για έναν πολίτη που διαθέτει ήδη αυτοκίνητο, η χρήση λεωφορείου δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ουσιαστική εξοικονόμηση. Ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης, τον αριθμό των συνεπιβατών, την απόσταση και τον τύπο του οχήματος, χαμηλότερο πρόσθετο κόστος ανά άτομο μπορεί να παρουσιάζει άλλοτε το λεωφορείο και άλλοτε το αυτοκίνητο.
Ο Γενικός Ελεγκτής σημειώνει ότι προβληματίζει η εστίαση του ΥΜΕΕ μόνο στο συνολικό κόστος κατοχής αυτοκινήτου, χωρίς αντίστοιχη βαρύτητα στο οριακό κόστος που επηρεάζει την πραγματική επιλογή του πολίτη.
Η Υπηρεσία διαχωρίζει το συνολικό κόστος κατοχής αυτοκινήτου από το πρόσθετο κόστος μιας συγκεκριμένης μετακίνησης, όταν ο πολίτης διαθέτει ήδη όχημα. Επισημαίνει επίσης ότι η επιλογή μέσου δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος, αλλά και από τον χρόνο, την ευελιξία, την αξιοπιστία, την άνεση και την πρακτικότητα.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η βελτίωση των δημόσιων μεταφορών προϋποθέτει παρεμβάσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα της μετακίνησης. Δεν αρκεί η ύπαρξη λεωφορείων, στάσεων, εφαρμογών, KPI και συμβατικών μηχανισμών· το σύστημα πρέπει να λειτουργεί ως μια ενιαία αλυσίδα την οποία ο πολίτης μπορεί να εμπιστευθεί.
Πηγή: ΚΥΠΕ





