Αρχική Κύπρος Λιάτσος: Η εξουσία έχει όρια και η πλειοψηφία δεσμεύεται από το Σύνταγμα

Λιάτσος: Η εξουσία έχει όρια και η πλειοψηφία δεσμεύεται από το Σύνταγμα

Λιάτσος: Η εξουσία έχει όρια και η πλειοψηφία δεσμεύεται από το Σύνταγμα
Προσθέστε το Lemesos Blog ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Τον θεσμικό ρόλο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως εγγυητή της συνταγματικής τάξης και αντίβαρου στην εξουσία υπογράμμισε την Τρίτη ο Πρόεδρός του, Αντώνης Λιάτσος, κατά την τελετή έναρξης του Νέου Δικαστικού Έτους στη Λευκωσία.

Ο κ. Λιάτσος τόνισε ότι το Δικαστήριο υπενθυμίζει διαρκώς στην Πολιτεία πως η εξουσία έχει όρια και στην πλειοψηφία ότι δεσμεύεται από το Σύνταγμα. Επισήμανε, παράλληλα, ότι η Δημοκρατία έχει κανόνες, τους οποίους όλοι οφείλουν να αποδέχονται ακόμη και όταν δεν τους ευνοούν.

Ο ρόλος του Συνταγματικού Δικαστηρίου

Αναφερόμενος στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της συνταγματικής δικαιοδοσίας του, είπε ότι σε αυτήν αποτυπώνονται η πολυτάραχη ιστορία της Κύπρου και η καθοριστική συμβολή του στη συνταγματική υποστύλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας όταν κινδύνευε να καταρρεύσει.

Εξήρε, επίσης, την προσφορά των δικαστών που υπηρέτησαν διαχρονικά τον θεσμό, σημειώνοντας ότι συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του δικαίου και στη διασφάλιση των συνταγματικών ελευθεριών των πολιτών.

Ο κ. Λιάτσος υπενθύμισε ότι από τον Ιούλιο του 2023 το ενιαίο Ανώτατο Δικαστήριο λειτουργεί ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και ως Ανώτατο Δικαστήριο. Το 2025, μέσω της 21ης τροποποίησης του Συντάγματος, προβλέφθηκαν η καθίδρυση Διοικητικού Εφετείου και η διοικητική υπαγωγή του, μαζί με τα υπόλοιπα διοικητικά δικαστήρια, στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Όπως ανέφερε, η δημιουργία ξεχωριστού Συνταγματικού Δικαστηρίου κρίθηκε αναγκαία για την περιφρούρηση, την προώθηση και την ασφάλεια του κράτους δικαίου. Κύρια αποστολή του είναι η διαφύλαξη της συνταγματικής τάξης μέσω της ορθής ερμηνείας του Συντάγματος σε καίρια κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Υπογράμμισε ότι το Δικαστήριο λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, εγγυητής των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και ως θεματοφύλακας της εύρυθμης λειτουργίας της Πολιτείας.

«Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δεν κυβερνά, δεν νομοθετεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι καλείται να κρίνει όχι τι είναι πολιτικά αρεστό, αλλά τι είναι συνταγματικά επιτρεπτό.

Σημείωσε ακόμη ότι το βάρος της συνταγματικής δικαιοσύνης καθίσταται ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή κατά την οποία δοκιμάζεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ο σεβασμός στο Σύνταγμα δεν είναι αυτονόητος.

Απολογισμός και προκλήσεις της μεταρρύθμισης

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά τα τελευταία τρία χρόνια από την επανασύστασή του ο θεσμός άσκησε τη δικαιοδοσία του χωρίς ιδιαίτερα λειτουργικά προβλήματα, διεκπεραιώνοντας το έργο του και εκδίδοντας κρίσιμες αποφάσεις σε πολλαπλά επίπεδα και σε ζηλευτά χρονικά πλαίσια.

Τόνισε, ωστόσο, ότι η δικαστική μεταρρύθμιση αποτελεί συνεχή διαδικασία, η οποία απαιτεί δοκιμή των αλλαγών, εντοπισμό αδυναμιών ή παραλείψεων, αναγκαίες νομοθετικές παρεμβάσεις και σταθερή κρατική στήριξη.

Εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι το κράτος θα συνεχίσει να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους, ώστε η δικαιοσύνη να εκπληρώνει αποτελεσματικά και με διαφάνεια το δικαιοδοτικό της καθήκον και τη συνταγματική αποστολή της.

Απευθυνόμενος στους δικαστές του Διοικητικού Εφετείου, του Διοικητικού Δικαστηρίου και του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, διαβεβαίωσε ότι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνωρίζει την προσφορά τους και θα στηρίζει κάθε προσπάθεια που υπηρετεί τον κοινό στόχο.

Ευχαρίστησε, επίσης, την Αρχή Πρωτοκολλητή, το προσωπικό του Δικαστηρίου και τη Σχολή Δικαστών για τη διοργάνωση της εκδήλωσης και την καθημερινή συμβολή τους στην ομαλή λειτουργία του θεσμού.

Η Βουλή δηλώνει έτοιμη να συνδράμει

Σε χαιρετισμό εκ μέρους της Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, η Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και βουλεύτρια του ΔΗΣΥ, Φωτεινή Τσιρίδου, χαρακτήρισε κομβική τη σημερινή φάση της μεταρρύθμισης του δικαστικού συστήματος, ιδιαίτερα μετά τις αλλαγές στην ανώτατη βαθμίδα της δικαιοσύνης.

Όπως είπε, κάθε θεσμός καλείται, εντός των συνταγματικών εξουσιών του, να αξιολογήσει τις ουσιαστικές αλλαγές των τελευταίων ετών και να καταγράψει τα επόμενα βήματα για την αντιμετώπιση των προκλήσεων και την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης.

Η κ. Τσιρίδου υπογράμμισε ότι τέτοιες μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώνονται απλώς με την ψήφιση νομοθεσίας. Αποκτούν πραγματικό περιεχόμενο όταν γίνονται αισθητές στην καθημερινότητα του πολίτη, ο οποίος αναμένει απονομή δικαιοσύνης με ποιότητα, ταχύτητα και αμεροληψία.

Ανέφερε ότι, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοκρατικοί θεσμοί αντιμετωπίζουν αμφισβήτηση και δυσπιστία, ενώ εντείνονται η σκόπιμη παραπληροφόρηση και ο λαϊκισμός, μια αποτελεσματική και ανεξάρτητη δικαιοσύνη αποτελεί ισχυρή απάντηση της Δημοκρατίας.

Πρόσθεσε ότι η ποιότητα της δικαιοσύνης αποτελεί μέτρο της ποιότητας της Δημοκρατίας, καθώς συνδέεται άμεσα με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς.

Θεσμικός διάλογος και εκκρεμείς ανάγκες

Η κ. Τσιρίδου σημείωσε ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν επιβάλλει στους θεσμούς να λειτουργούν αποκομμένα ή ανταγωνιστικά. Αντίθετα, κάθε εξουσία οφείλει να ασκεί τις αρμοδιότητές της με σεβασμό προς τις άλλες και, όπου το δημόσιο συμφέρον το απαιτεί, μέσω ουσιαστικού θεσμικού διαλόγου.

Τόνισε ότι η Βουλή επιδιώκει αυτόν τον διάλογο, καθώς οι κανόνες δικαίου που θεσπίζει ερμηνεύονται από τα δικαστήρια και, συνεπώς, η ποιότητα της δικαιοσύνης συνδέεται άρρηκτα με την ποιότητα της νομοθεσίας.

Μεταξύ των βασικών προκλήσεων κατέγραψε τις καθυστερήσεις, τη διαχείριση των υποθέσεων, την αξιοποίηση της τεχνολογίας, την επαρκή στελέχωση και τις αναγκαίες υποδομές. Διαβεβαίωσε ότι το νομοθετικό σώμα είναι έτοιμο να ασχοληθεί με αυτά τα ζητήματα.

Παράλληλα, επισήμανε ότι ο νομοθέτης πρέπει να ανταποκρίνεται γρήγορα στις εξελίξεις χωρίς να θυσιάζει την ασφάλεια δικαίου, ενώ η δικαιοσύνη καλείται να εφαρμόζει και να ερμηνεύει το δίκαιο σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται με πρωτοφανή ταχύτητα.

Η κριτική προς τη δικαιοσύνη και τους υπόλοιπους θεσμούς είναι θεμιτή και αναπόσπαστη από τη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας, ανέφερε. Διέκρινε, ωστόσο, την τεκμηριωμένη κριτική από την απαξίωση, ιδιαίτερα όταν αυτή εκφράζεται μέσω ανώνυμων αναρτήσεων με αλλότριους σκοπούς.

Καταλήγοντας, εξέφρασε την ετοιμότητα της Βουλής να στηρίξει, εντός των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρμοδιοτήτων της και με σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών, κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού και βελτίωσης του θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου για το κυπριακό δικαστικό σύστημα.

«Η υπακοή στον νόμο δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά αποτελεί προϋπόθεσή της», ανέφερε η κ. Τσιρίδου, σημειώνοντας ότι η διαφύλαξη αυτής της αρχής βρίσκεται στον πυρήνα της καθημερινής αποστολής των λειτουργών της δικαιοσύνης.

Πηγή: ΚΥΠΕ