
Τον καθοριστικό ρόλο του Τύπου στη διατήρηση της μνήμης του Αγώνα της ΕΟΚΑ ανέδειξε ο Υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ιωάννου, μιλώντας σε εκδήλωση του Ιδρύματος Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα 1955-59.
Στην ομιλία του, με τίτλο «Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ μέσα από τον Τύπο της εποχής», υπογράμμισε ότι οι εφημερίδες δεν κατέγραφαν μόνο την επικαιρότητα. Στις σελίδες τους αποτυπώνονταν οι αγωνίες, οι προσδοκίες, οι φόβοι και οι ελπίδες της κυπριακής κοινωνίας για ελευθερία και αυτοδιάθεση.

Όπως ανέφερε, 71 και πλέον χρόνια μετά, τα πρωτοσέλιδα, οι φωτογραφίες, οι ειδήσεις, οι ανακοινώσεις και τα οπτικοακουστικά τεκμήρια βοηθούν στην κατανόηση τόσο των γεγονότων όσο και του τρόπου με τον οποίο τα βίωσε η κοινωνία. Ακόμη και η απουσία μιας είδησης, σημείωσε, μπορεί να αποκαλύψει το κλίμα και τις συνθήκες της εποχής.

Αρχειακό υλικό από το 1878 έως το 1960
Αφορμή για την επιλογή του θέματος αποτέλεσαν οι περσινές εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια από την έναρξη του Αγώνα. Κορυφαία δράση, σύμφωνα με τον Υπουργό, ήταν η μεγάλη έκθεση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, στην οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά υλικό από έρευνα στα Αρχεία Εφημερίδων και Φωτογραφιών του Γραφείου.

Το υλικό περιλαμβάνει δημοσιεύματα και φωτογραφίες από το 1878 έως το 1960. Έτσι, ο Αγώνας μπορεί να μελετηθεί μέσα στο ευρύτερο ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον που προηγήθηκε της έναρξης και επηρέασε την εξέλιξή του.

Ο κ. Ιωάννου επισήμανε ότι η 1η Απριλίου 1955 δεν προέκυψε σε ιστορικό κενό, αλλά αποτέλεσε την κορύφωση μακράς πορείας πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών. Κατά την περίοδο αυτή, το Κυπριακό είχε ήδη αποκτήσει διεθνή διάσταση και η αυτοδιάθεση είχε καταστεί κεντρικό αίτημα της ελληνοκυπριακής κοινωνίας.

Η λογοκρισία και οι περιορισμοί στην ενημέρωση
Με την έναρξη του Αγώνα, οι εφημερίδες κατέγραφαν επιχειρήσεις, συλλήψεις, έρευνες, δίκες, απαγχονισμούς, τη δράση των αγωνιστών, την κινητοποίηση μαθητών και τη συμμετοχή ανθρώπων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.

Η καταγραφή αυτή, ωστόσο, γινόταν στον βαθμό που το επέτρεπαν οι συνθήκες. Η αποικιακή λογοκρισία και οι περιορισμοί στην ενημέρωση επηρέαζαν το περιεχόμενο και τον τρόπο παρουσίασης των γεγονότων.

Για τον λόγο αυτό, τόνισε ο Υπουργός, η μελέτη του Τύπου δεν αφορά μόνο όσα δημοσιεύτηκαν, αλλά και τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονταν οι δημοσιογράφοι και λειτουργούσαν τα έντυπα.

Αναφέρθηκε στην έρευνα του Ευριπίδη Αντωνιάδη για τον ελληνοκυπριακό Τύπο της περιόδου 1955-1960, η οποία εξετάζει τις εφημερίδες «Ελευθερία», «Ο Φιλελεύθερος» και «Χαραυγή». Σύμφωνα με όσα παρουσίασε, κάθε εφημερίδα προσέγγιζε τον Αγώνα με διαφορετικά πολιτικά κριτήρια, ενώ το αποικιακό πλαίσιο περιόριζε την ανοικτή διατύπωση πολιτικών θέσεων από τους δημοσιογράφους.

Ο Τύπος ως φορέας συλλογικής μνήμης
Ο κ. Ιωάννου σημείωσε ότι στις εφημερίδες της περιόδου αποτυπώνεται μια ολόκληρη κοινωνία που συμμετείχε στον αγώνα για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Αναφέρθηκε στους Αυξεντίου, Μάτση και Παλληκαρίδη, επισημαίνοντας ότι απέκτησαν ιδιαίτερη θέση στη συλλογική συνείδηση του κυπριακού ελληνισμού.
Κατά την ομιλία του, ο Τύπος συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτής της συλλογικής μνήμης. Τα δημοσιεύματα για συλλήψεις, δίκες, εκτελέσεις και μάχες μετέτρεπαν μεμονωμένα περιστατικά σε γεγονότα που αφορούσαν ολόκληρη την κοινωνία.

Παρά τους περιορισμούς της λογοκρισίας, η ανάγκη των πολιτών για ενημέρωση παρέμενε ισχυρή. Οι πληροφορίες που έφταναν στην κοινωνία αποκτούσαν, όπως ανέφερε, αξία μαρτυρίας, μνήμης και αντίστασης στη λήθη.

Ο Υπουργός αναφέρθηκε επίσης στις εκδόσεις του Ανδρέα Σοφοκλέους για την παρουσία του Αγώνα στον ελλαδικό και τον κυπριακό Τύπο. Ειδικότερη μελέτη καταγράφει χρονολογικά τα γεγονότα στις εφημερίδες «Αλήθεια» και «Κύπρος» κατά την περίοδο 1955-1959.

Παράλληλα, οι αναλύσεις των «Times» και του «Manchester Guardian» για το Κυπριακό την περίοδο 1954-59 καταδεικνύουν, σύμφωνα με την ομιλία, ότι και στον βρετανικό Τύπο υπήρχαν διαφορετικές προσεγγίσεις και αναγνώσεις των γεγονότων.

«Γνώση, τεκμηρίωση και έρευνα»
Ο κ. Ιωάννου υπογράμμισε ότι η ιστορία γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν εξετάζονται όλες οι διαθέσιμες πηγές μέσα στο πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκαν. Όπως ανέφερε, η ιστορική μνήμη χρειάζεται γνώση, τεκμηρίωση και έρευνα, όχι αποσιώπηση ή εξιδανίκευση.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα Αρχεία του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Η συλλογή εφημερίδων και περιοδικών εκτείνεται από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, ενώ το Φωτογραφικό Αρχείο περιλαμβάνει υλικό από τη δεκαετία του 1950.

Το αρχειακό αυτό υλικό, τόνισε, δεν αφορά μόνο ιστορικούς και μελετητές, αλλά ολόκληρη την κοινωνία και πρωτίστως τη νέα γενιά, η οποία καλείται να κατανοήσει το παρόν γνωρίζοντας την ιστορική πορεία και τις θυσίες των προηγούμενων γενεών.

Η ιστορική μνήμη και το Κυπριακό
Ο Υπουργός χαρακτήρισε την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατάληξη μιας δύσκολης ιστορικής διαδρομής και τη σημαντικότερη κατάκτηση που συνδέεται με την πορεία του Αγώνα.

Υποστήριξε ακόμη ότι η διατήρηση της συλλογικής μνήμης δεν αντιστρατεύεται την προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. Αντιθέτως, κατά την τοποθέτησή του, μια βιώσιμη λύση προϋποθέτει κοινωνία που γνωρίζει την ιστορία και κατανοεί τις ευαισθησίες της.

Κλείνοντας, επισήμανε την ευθύνη διατήρησης των ιστορικών τεκμηρίων ως ζωντανής μαρτυρίας και παράδοσής τους στις επόμενες γενιές. Συνεχάρη, τέλος, το Ίδρυμα Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα 1955-59 και το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών για τη συνεργασία, τη διοργάνωση της εκδήλωσης και την ευρύτερη δράση τους.

Πηγή: Υπουργείο Εσωτερικών – Gov.cy





