
Σε μια χώρα όπου ο ήλιος λάμπει σχεδόν 340 μέρες τον χρόνο, θα περίμενε κανείς ότι η ενέργεια θα ήταν ευλογία. Αντί γι’ αυτό, κατάφεραν να τη μετατρέψουν σε… πονοκέφαλο.
Για χρόνια, οι πολίτες ενθαρρύνθηκαν, σχεδόν πιέστηκαν, να επενδύσουν σε φωτοβολταϊκά. «Πράσινη ανάπτυξη», «εξοικονόμηση», «ενεργειακή ανεξαρτησία». Λέξεις που πούλησαν όνειρο. Και ο κόσμος πίστεψε. Άλλοι έβαλαν από το υστέρημά τους, άλλοι πήραν δάνεια, όλοι όμως έκαναν ένα βήμα προς αυτό που παρουσιαζόταν ως το μέλλον.
Και τώρα;
Το ίδιο το σύστημα που τους ενθάρρυνε, τους γυρίζει την πλάτη. Αποκοπές σχεδόν καθημερινές. Παραγωγή που χάνεται. Κιλοβατώρες που δεν αξιοποιούνται. Σπίτια που παράγουν ενέργεια και δεν μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν. Ένα παράδοξο που αγγίζει τα όρια του παραλογισμού.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ζούμε ήδη σε μια χώρα που πληρώνει από τα ακριβότερα αν όχι το ακριβότερο ρεύμα στην Ευρώπη. Όχι λόγω έλλειψης ήλιου, αλλά λόγω των διαχρονικών «αμαρτιών» ενός συστήματος που δεν εκσυγχρονίστηκε ποτέ όπως έπρεπε. Ένα κόστος που φορτώθηκε, όπως πάντα, στον τελικό καταναλωτή.
Τώρα, η κατάσταση απειλεί να γίνει ακόμη χειρότερη. Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή ανεβάζει τις τιμές των καυσίμων, και αυτό μεταφράζεται άμεσα σε αυξήσεις στο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι επόμενοι λογαριασμοί ρεύματος δεν θα αφήσουν καμία αμφιβολία. Δηλαδή, τι ακριβώς ζούμε; Από τη μία, παράγουμε καθαρή ενέργεια που δεν μας αφήνουν να αξιοποιήσουμε. Από την άλλη, ετοιμαζόμαστε να πληρώσουμε ακόμη πιο ακριβό ρεύμα λόγω των εισαγόμενων καυσίμων.
Το πρόβλημα δεν είναι ο ήλιος. Δεν ήταν ποτέ. Το πρόβλημα είναι η απουσία σχεδιασμού. Είναι η έλλειψη υποδομών. Είναι η αδυναμία ή απροθυμία να προσαρμοστεί ένα σύστημα σε μια πραγματικότητα που το ίδιο δημιούργησε. Πώς γίνεται, σε ένα νησί με τέτοια ηλιοφάνεια, η καθαρή ενέργεια να αντιμετωπίζεται σαν απειλή; Πώς γίνεται ο πολίτης που επένδυσε στο «σωστό» να τιμωρείται;
Η απάντηση είναι απλή και ταυτόχρονα ανησυχητική: όταν οι αποφάσεις παίρνονται χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόβλεψη και χωρίς σεβασμό προς τον πολίτη, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι αυτό που ζούμε σήμερα.
Το μεγαλύτερο φιάσκο δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό. Είναι διαχειριστικό. Και τελικά, είναι βαθιά κοινωνικό. Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτός που πληρώνει ξανά είναι ο ίδιος: ο πολίτης που πίστεψε ότι έκανε το σωστό.
Του Παναγιώτη Τούμπα ([email protected])





