
Μόλις 32 από τα 72 νέα λεωφορεία που όφειλε να εντάξει στον στόλο του ο Παραχωρησιούχος των δημόσιων μεταφορών στην Πάφο είχαν τεθεί σε υπηρεσία μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026, σύμφωνα με νέο Υπόμνημα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας.
Η συμβατική δέσμευση παρέμενε ανεκπλήρωτη δύο και πλέον χρόνια μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, παρά την επιβολή οικονομικών κυρώσεων συνολικού ύψους €2.373.693,60 μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2025.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπιστώνει αδυναμία του κράτους να λάβει έγκαιρα αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα, ενώ εγείρει ζητήματα ασφάλειας, ποιότητας υπηρεσιών, ανταγωνισμού και ίσης μεταχείρισης των προσφοροδοτών.
Η δέσμευση για τον νέο στόλο
Η Σύμβαση Παραχώρησης μεταξύ του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων και του Παραχωρησιούχου υπογράφηκε στις 30 Νοεμβρίου 2022.
Με βάση το Σχέδιο Μετάβασης και Υλοποίησης που κατατέθηκε με την προσφορά, ο Παραχωρησιούχος όφειλε, εντός 12 μηνών από την υπογραφή, να διαθέτει ιδιόκτητο στόλο 80 λεωφορείων. Από αυτά, τα 72 έπρεπε να είναι καινούργια.
Η μεταβατική περίοδος έληγε αρχικά στις 30 Νοεμβρίου 2023, αλλά παρατάθηκε έως τις 7 Φεβρουαρίου 2024, έπειτα από την υποβολή παραγγελιών για 82 λεωφορεία τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2023.
Μέχρι τη λήξη της περιόδου είχαν ενταχθεί στην υπηρεσία μόλις 20 νέα λεωφορεία. Κατά την ολοκλήρωση του ελέγχου, τον Φεβρουάριο του 2026, ο αριθμός είχε αυξηθεί στα 32, αφήνοντας 40 νέα λεωφορεία εκτός του προβλεπόμενου στόχου.
Η Ελεγκτική διευκρινίζει ότι ο Παραχωρησιούχος τηρεί τις ελάχιστες συμβατικές απαιτήσεις για την ηλικία και την ιδιοκτησία του στόλου, με εξαίρεση μία μεμονωμένη περίπτωση. Τηρείται επίσης το όριο βάσει του οποίου τα ενοικιαζόμενα λεωφορεία δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 30% του συνολικού στόλου.
Καλύπτεται ακόμη ο ετήσιος αριθμός χιλιομέτρων που προβλέπει η Σύμβαση. Ωστόσο, η απουσία των καινούργιων λεωφορείων καλύπτεται με υφιστάμενα οχήματα μεγαλύτερης ηλικίας και με ενοικιαζόμενα λεωφορεία.
Οι επιστολές συμμόρφωσης και οι κυρώσεις
Μήνες μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ο συντονιστής της Σύμβασης απέστειλε δύο επιστολές συμμόρφωσης, στις 18 Σεπτεμβρίου και στις 3 Οκτωβρίου 2024, θέτοντας ως τελική προθεσμία την 25η Οκτωβρίου 2024. Παράλληλα επιβλήθηκαν ποινές €200 και €500.
Καθώς η μη συμμόρφωση συνεχιζόταν, ενεργοποιήθηκαν οι κυρώσεις του όρου 37.6 της Σύμβασης. Αυτές αντιστοιχούν στο διπλάσιο της ανάλογης ημερήσιας τιμής απόσβεσης για κάθε ημέρα καθυστέρησης και εφαρμόστηκαν αναδρομικά από τις 7 Φεβρουαρίου 2024.
Μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 2025 είχε αποκοπεί από την κρατική αποζημίωση προς τον Παραχωρησιούχο χρηματική ποινή ύψους €2.373.693,60.
Τον Φεβρουάριο του 2026 εκκρεμούσε γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας για ζητήματα της Σύμβασης και, ειδικότερα, για τη μη τήρηση της υποχρέωσης ανανέωσης του στόλου. Σύμφωνα με την απαντητική επιστολή του Υπουργείου, η γνωμάτευση λήφθηκε στις 27 Ιουλίου 2026, αλλά δεν δημοσιοποιείται λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της.
Προβληματισμός για ασφάλεια, ποιότητα και ανταγωνισμό
Στον πρόλογο του Υπομνήματος, ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα μιας δημόσιας σύμβασης δεν εξαρτάται μόνο από την ορθότητα των όρων ή τη νομιμότητα των ενεργειών της Αναθέτουσας Αρχής.
Κρίνεται, όπως αναφέρει, «πρωτίστως, από το κατά πόσο το Κράτος είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι οι ουσιώδεις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο ανάδοχος πράγματι υλοποιούνται».
Στα συμπεράσματά της, η Ελεγκτική κάνει λόγο για «αδυναμία του Κράτους άμεσα να λάβει διορθωτικά μέτρα», σημειώνοντας ότι η μεταβατική περίοδος είχε λήξει δυόμισι χρόνια νωρίτερα.
Εκτιμά επίσης ότι η μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων «ενδεχομένως να δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και να αντίκειται στις αρχές της ίσης μεταχείρισης των προσφοροδοτών».
Η Υπηρεσία προειδοποιεί για τον κίνδυνο δημιουργίας κακού προηγουμένου και εμφάνισης αντίστοιχων φαινομένων σε άλλες δημόσιες συμβάσεις. Παράλληλα, συνδέει την καθυστέρηση αντικατάστασης των παλαιότερου τύπου λεωφορείων με «θέματα ασφάλειας και ποιότητας».
Εκφράζει ακόμη προβληματισμό κατά πόσο οι οικονομικές κυρώσεις έχουν αρκετά ισχυρό αντίκτυπο ώστε να οδηγούν τον Παραχωρησιούχο σε συμμόρφωση. Όπως αναφέρει, οι οικονομικές επιπτώσεις θα έπρεπε να προκαλούν σοβαρό αντίκτυπο, ώστε να τον «ανάγκαζαν» να συμμορφωθεί.
Καταλήγοντας, η Ελεγκτική αναφέρει ότι η παρατεταμένη μη συμμόρφωση δημιουργεί την εντύπωση πως το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει την εφαρμογή της Σύμβασης και στέλνει λανθασμένα μηνύματα σε υφιστάμενους και μελλοντικούς Παραχωρησιούχους.
Ο έλεγχος διενεργήθηκε έπειτα από καταγγελία προς την Ελεγκτική Υπηρεσία και κάλυψε την περίοδο από την υπογραφή της Σύμβασης, τον Νοέμβριο του 2022, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2026.
Πηγή: ΚΥΠΕ






