
Η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εμποδίζει τη δημοσιοποίηση στοιχείων υπόπτων ή καταδικασθέντων για σεξουαλικά αδικήματα, διευκρινίζει η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Μαρία Χριστοφίδου. Τονίζει, ωστόσο, ότι κάθε περίπτωση εξετάζεται ξεχωριστά, με βασική προτεραιότητα την προστασία της ταυτότητας του θύματος.
Η τοποθέτηση της Επιτρόπου έγινε μετά τα πρόσφατα δημόσια ερωτήματα για το κατά πόσο το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει τη δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων.
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της, η σχετική αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη το στάδιο της υπόθεσης, τον σκοπό της δημοσιοποίησης και την αρμοδιότητα του φορέα που προβαίνει σε αυτήν.
Πότε μπορεί η Αστυνομία να δημοσιοποιήσει στοιχεία υπόπτου
Κατά τη διερεύνηση ποινικής υπόθεσης, η Αστυνομία μπορεί, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, να δημοσιοποιήσει στοιχεία υπόπτου για τον εντοπισμό ή τη σύλληψή του, καθώς και για τη συλλογή πληροφοριών από το κοινό.
Η απόφαση πρέπει να βασίζεται στις περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης. Το ζήτημα ρυθμίζεται από Αστυνομική Διάταξη, η οποία εκδίδεται δυνάμει του περί Αστυνομίας Νόμου.
Παράλληλα, πρέπει να εξετάζεται εάν η δημοσιοποίηση των στοιχείων του υπόπτου μπορεί να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην ταυτοποίηση του θύματος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικο.
Η δημοσίευση καταδικαστικών αποφάσεων
Για τη δημοσίευση καταδικαστικής απόφασης σε υπόθεση σεξουαλικών αδικημάτων, το αρμόδιο Δικαστήριο ενεργεί σύμφωνα με τις Εγκυκλίους 142 και 143 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν την ψευδωνυμοποίηση —ή ανωνυμοποίηση— των δικαστικών αποφάσεων.
Οι εγκύκλιοι καθορίζουν πότε μπορούν να δημοσιεύονται αποφάσεις που ενδέχεται να ταυτοποιούν φυσικά πρόσωπα, αλλά και πότε απαιτείται ψευδωνυμοποίηση και απαλοιφή σχετικών αναφορών.
Τα μέτρα μετά την έκτιση της ποινής
Μετά την έκτιση της ποινής και/ή την αποφυλάκιση προσώπου που καταδικάστηκε για αδίκημα το οποίο εμπίπτει στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο του 2014, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει πρόσθετα μέτρα.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η απαγόρευση εργοδότησης ή ο τερματισμός της απασχόλησης του καταδικασθέντος σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. Μπορεί επίσης να απαγορευθεί η διαμονή του στον χώρο διαμονής του θύματος ή άλλων παιδιών, καθώς και σε γειτονικούς χώρους.
Η Αρχή Εποπτείας, η οποία συστάθηκε βάσει του ίδιου Νόμου, εποπτεύει και αξιολογεί την επικινδυνότητα των προσώπων που παραπέμπονται σε αυτήν, όπως και τον πιθανό κίνδυνο επανάληψης του αδικήματος.
Η Επίτροπος διευκρινίζει ότι τα συγκεκριμένα μέτρα αποτελούν μηχανισμούς προστασίας και δεν συνεπάγονται από μόνα τους δημόσια ανακοίνωση των στοιχείων του καταδικασθέντος.
Διακριτό ζήτημα η δημοσίευση από τα ΜΜΕ
Η δημοσίευση πληροφοριών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα. Κατά την αξιολόγησή της συνεκτιμώνται η ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, καθώς και τα δικαιώματα των επηρεαζόμενων προσώπων.
«Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απόκρυψη της ταυτότητας ενός καταδικασθέντος. Αντίστοιχα, η καταδίκη δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του», αναφέρει η κ. Χριστοφίδου.
Σύμφωνα με την Επίτροπο, η απόφαση για το εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις δημοσιοποίησης ανήκει κάθε φορά στην αρμόδια Αρχή, στο πλαίσιο των εξουσιών που της παρέχει η νομοθεσία. Σε κάθε στάδιο απαιτείται ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να μην αποκαλύπτεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα η ταυτότητα του θύματος.
Πηγή: ΚΥΠΕ






