
Τις σύνθετες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν η δικαιοσύνη και η δημοκρατία από την παγκοσμιοποίηση, την τεχνολογική εξέλιξη και τη νέα ψηφιακή δημόσια σφαίρα ανέδειξαν ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας, Μιχάλης Πικραμένος, και ο Δικαστής του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, Τεύκρος Οικονόμου, κατά την τελετή έναρξης του Νέου Δικαστικού Έτους στη Λευκωσία.
Η τελετή διοργανώθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, με τις ομιλίες να επικεντρώνονται στις μεταβολές της σύγχρονης έννομης τάξης, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην ελευθερία της έκφρασης και στα όρια της κριτικής των δικαστικών αποφάσεων.
Η «κατανεμημένη κυριαρχία» και η δικτυακή έννομη τάξη
Στην ομιλία του με θέμα «Η δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην εποχή των διαρκών προκλήσεων και των μεγάλων κινδύνων», ο κ. Πικραμένος αναφέρθηκε στις αλλαγές που έχουν επιφέρει στη λειτουργία του κράτους η παγκοσμιοποίηση, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η τεχνολογική εξέλιξη.
Όπως επισήμανε, η παραδοσιακή έννοια της κρατικής κυριαρχίας δεν έχει αναιρεθεί, αλλά έχει μετασχηματιστεί. Η εξουσία ασκείται πλέον σε τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, αναδεικνύοντας την έννοια της «κατανεμημένης κυριαρχίας».
Σημείωσε ακόμη ότι η σύγχρονη δημοκρατία λειτουργεί σε ένα περιβάλλον διεθνούς διακυβέρνησης, στο οποίο συμμετέχουν κράτη, διεθνείς οργανισμοί και αγορές.
Η εξέλιξη αυτή, πρόσθεσε, επηρεάζει ουσιαστικά και το κράτος δικαίου. Η επίλυση των σύγχρονων νομικών διαφορών δεν περιορίζεται στην εφαρμογή του εθνικού δικαίου, αλλά απαιτεί τη συνεκτίμηση κανόνων από το Σύνταγμα, την εθνική νομοθεσία, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις διεθνείς συμβάσεις και τη νομολογία ευρωπαϊκών και διεθνών δικαστηρίων.
Κατά τον κ. Πικραμένο, η σύγχρονη έννομη τάξη δεν είναι πλέον πυραμιδική, αλλά «δικτυακή», με πολλαπλά κέντρα παραγωγής και ερμηνείας του δικαίου.
Αναφερόμενος στη σχέση του ελληνικού Συντάγματος με το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο, υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν το αντικατέστησαν. Αντιθέτως, όπως ανέφερε, «αναζωογόνησαν» την ερμηνεία του, διευρύνοντας το περιεχόμενο και την πρακτική αποτελεσματικότητα των ατομικών δικαιωμάτων. Επισήμανε επίσης την επίδραση του λεγόμενου soft law στη λειτουργία των ελληνικών θεσμών.
Οι κίνδυνοι από την τεχνητή νοημοσύνη
Ο Πρόεδρος του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας αναφέρθηκε και στον «ψηφιακό συνταγματισμό», ο οποίος μεταφέρει στο ψηφιακό περιβάλλον αρχές όπως ο περιορισμός της εξουσίας, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και το κράτος δικαίου.
Χαρακτήρισε κορυφαία πρόκληση την επίδραση της ψηφιακής δημόσιας σφαίρας και της τεχνητής νοημοσύνης στην αξιακή συγκρότηση των μελλοντικών λειτουργών της Πολιτείας.
Προειδοποίησε ειδικότερα για τις «ψευδαισθήσεις» των παραγωγικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, τα deepfakes, τη μαζική παραγωγή fake news και τις «αλγοριθμικές φούσκες», οι οποίες ενισχύουν την πόλωση και περιορίζουν την έκθεση στον αντίλογο.
Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης της «επιστημικής ανεξαρτησίας» των δικαστών, δηλαδή της ικανότητάς τους να αντιστέκονται στην παραπληροφόρηση και στις αναξιόπιστες γνωσιακές κατασκευές.
Υπογράμμισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να υπηρετεί την έρευνα, χωρίς να εισέρχεται στον πυρήνα της δικαστικής κρίσης, καθώς η απονομή της δικαιοσύνης προϋποθέτει ηθική ευθύνη και ανθρώπινη ενσυναίσθηση.
Καταλήγοντας, ανέφερε ότι όσο περισσότερο η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση αυτοματοποιούν και τυποποιούν τον κόσμο, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ανάγκη για την ανθρώπινη δικαστική συνείδηση. «Το μεγάλο στοίχημα είναι η επανεκκίνηση της δημοκρατίας με βάση ένα νέο σχέδιο προσαρμοσμένο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», σημείωσε.
Η κριτική στις δικαστικές αποφάσεις και τα όριά της
Στη δική του ομιλία, με θέμα «Η ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα κριτικής των δικαστικών αποφάσεων», ο Τεύκρος Οικονόμου ανέλυσε τη σημασία της ελευθερίας της έκφρασης, το δικαίωμα των πολιτών να κρίνουν τις δικαστικές αποφάσεις και τα όρια που τίθενται για την προστασία της δικαιοσύνης.
Συνέδεσε ιστορικά την ελευθερία της έκφρασης με τη δημοκρατία, από την ελευθερία του λόγου στην Εκκλησία του Δήμου της αρχαίας Αθήνας έως τον Διαφωτισμό και τη σύγχρονη συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων.
Όπως τόνισε, η δημοκρατική κοινωνία προϋποθέτει ελεύθερο διάλογο, αντίλογο και δημόσιο έλεγχο της εξουσίας. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι απόλυτη και συνοδεύεται από ευθύνη.
Αναφερόμενος στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εξήγησε ότι οι περιορισμοί πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο, να υπηρετούν συγκεκριμένους θεμιτούς σκοπούς και να αποτελούν αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Κεντρικό ρόλο, πρόσθεσε, διαδραματίζει η αρχή της αναλογικότητας, ενώ στους θεμιτούς σκοπούς περιλαμβάνεται η διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Για την κριτική των δικαστικών αποφάσεων, ο κ. Οικονόμου τόνισε ότι οι δικαστές δεν βρίσκονται υπεράνω κριτικής. Τα ζητήματα λειτουργίας της δικαιοσύνης αποτελούν θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και απαιτούν υψηλό επίπεδο προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης.
Οι δικαστές, ανέφερε, οφείλουν να ανέχονται την κριτική σε υψηλότερο βαθμό, ενώ η υποχρέωση δικαστικής αυτοσυγκράτησης δεν τους επιτρέπει να απαντούν προσωπικά στις επικρίσεις που δέχονται.
Διευκρίνισε ότι η προστασία του κύρους της δικαιοσύνης δεν αφορά την προσωπική υπόληψη των δικαστών ούτε αποτελεί προσωπικό τους προνόμιο. Συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της εμπιστοσύνης του κοινού προς το δικαστικό σύστημα, ώστε αυτό να επιτελεί αποτελεσματικά τον θεμελιώδη ρόλο του σε ένα κράτος δικαίου.
Η κριτική, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να είναι έντονη ή ακόμη και σκληρή. Δεν πρέπει, όμως, να μετατρέπεται σε προσωπική στοχοποίηση, σε απόδοση ανέντιμων κινήτρων χωρίς πραγματική βάση ή σε παρέμβαση που θέτει σε κίνδυνο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Ο ρόλος νομικών, ακαδημαϊκών και Τύπου
Ο κ. Οικονόμου έκανε ιδιαίτερη αναφορά στους δικηγόρους και τους ακαδημαϊκούς, σημειώνοντας ότι η τεκμηριωμένη νομική κριτική μπορεί να εντοπίσει λάθη, να προκαλέσει δημόσιο διάλογο, να επηρεάσει τη νομολογία και να οδηγήσει σε νομοθετικές αλλαγές.
Χαρακτήρισε παράλληλα τον Τύπο «δημόσιο συστηματοφύλακα», επισημαίνοντας τη σημασία του ελέγχου της εξουσίας. Υπογράμμισε συγχρόνως την ανάγκη για υπεύθυνη δημοσιογραφία, καλή πίστη, επαρκή πραγματική βάση και προσπάθεια εξασφάλισης αξιόπιστης και ακριβούς πληροφόρησης.
Όπως ανέφερε, η ουσιαστική κριτική μιας δικαστικής απόφασης απαιτεί την ανάγνωσή της, την κατανόηση του πραγματικού και νομικού πλαισίου και, κυρίως, την εξέταση της αιτιολογίας της. Η αιτιολογία, πρόσθεσε, αποτελεί μορφή λογοδοσίας του δικαστή προς τους διαδίκους, τον νομικό κόσμο, τα ανώτερα δικαστήρια και την κοινωνία.
«Η εμπιστοσύνη της κοινωνίας δεν αποτελεί κεκτημένο προνόμιο. Οφείλουμε να κερδίζουμε καθημερινά την εμπιστοσύνη των πολιτών με την ποιότητα των αποφάσεων μας, την έκδοσή τους εντός ευλόγου χρόνου και τη συμπεριφορά μας, παραμένοντας πάντοτε δεκτικοί κριτικοί για το καλό της δικαιοσύνης», κατέληξε.
Πηγή: ΚΥΠΕ






