
Στην αξιοπιστία του μάρτυρα κατηγορίας, πάτερ Β., επικεντρώθηκε τη Δευτέρα η αντεξέταση στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για την υπόθεση της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, με τον συνήγορο υπεράσπισης Ευστάθιο Ευσταθίου να κάνει λόγο για «πολλά ψέματα» και τον μάρτυρα να απορρίπτει τις αιχμές.
Ο κ. Ευσταθίου υπέβαλε στον πάτερ Β. ότι κατέθεσε αναληθή στοιχεία, προκειμένου να αποκρύψει ζητήματα που τον αφορούν. Ο μάρτυρας αντέτεινε ότι οι καταγγελίες και τα στοιχεία εναντίον του αποσκοπούν, κατά την άποψή του, στο να πληγεί η αξιοπιστία του και να επηρεαστεί η μαρτυρία του.
Η αναφορά σε υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν ο συνήγορος αναφέρθηκε σε υπόθεση σεξουαλικής παρενόχλησης την οποία, όπως είπε, αντιμετωπίζει ο πάτερ Β. ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι ο μάρτυρας επιχείρησε να αποκρύψει τη συγκεκριμένη υπόθεση και συνέδεσε το ζήτημα με την αξιοπιστία του.
Ο πάτερ Β. τόνισε ότι πρόκειται για κατηγορία που αντιμετωπίζει και όχι για διαπιστωμένο γεγονός, επισημαίνοντας ότι τα σχετικά ζητήματα θα κριθούν δικαστικά. «Ό,τι έχω να πω θα το δείξει το Δικαστήριο», ανέφερε.
Ο κ. Ευσταθίου ζήτησε από τον μάρτυρα να εξηγήσει πώς συνδέονται τα συγκεκριμένα ζητήματα με την υπόθεση, επανερχόμενος παράλληλα σε αναφορές του κατηγορητηρίου.
Η ευχετήρια κάρτα προς 14χρονη
Κατά την αντεξέταση έγινε επίσης αναφορά σε ευχετήρια κάρτα που, σύμφωνα με την κατάθεση, είχε δώσει ο πάτερ Β. σε 14χρονη.
Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι θυμάται την κάρτα και είπε ότι επρόκειτο για κάρτα γενεθλίων, στην οποία είχε γράψει μία ευχή.
Ο συνήγορος έθεσε ερωτήματα για τη σημασία της κάρτας ως προς τα επίδικα γεγονότα και για το κατά πόσο το περιεχόμενό της ή οι συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε σχετίζονται με την υπόθεση. Ο πάτερ Β. απάντησε ότι αντιμετωπίζει υποθέσεις και ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να κριθούν στο πλαίσιο των διαδικασιών ενώπιον των Δικαστηρίων.
Τα έγγραφα και οι υπογραφές
Νωρίτερα, ο κ. Ευσταθίου εξέτασε τον μάρτυρα για έγγραφα που του είχαν παρουσιαστεί όταν έδινε κατάθεση στην Αστυνομία.
Ο πάτερ Β. επιβεβαίωσε ότι του παρουσιάστηκε ένα μικρό χειρόγραφο χαρτί, στο οποίο αναγνώρισε ως δική του την υπογραφή «ο Ιερ. Βαρ.». Σύμφωνα με όσα τέθηκαν στο Δικαστήριο, είχε αναγνωρίσει επίσης δύο υπογραφές του σε φύλλο Α4, ενώ άλλες υπογραφές αποδόθηκαν στον Μ.Π.
Ερωτηθείς για την ταυτότητα του Μ.Π., ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν «ένα παιδί» που βοηθούσε στη Μονή μαζί με τη μητέρα του.
Η αντεξέταση επεκτάθηκε στη Γ.Π., ηλικίας 14 ετών, η οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, παρέδωσε έγγραφα στην Αστυνομία. Ο πάτερ Β. επιβεβαίωσε ότι είναι αδελφή του Μ.Π.
Όπως εξήγησε, τα δύο αδέλφια βρίσκονταν καθημερινά το προηγούμενο καλοκαίρι στο μοναστήρι, βοηθώντας εθελοντικά στο εργαστήρι και σε άλλες δραστηριότητες.
Όταν ρωτήθηκε γιατί η Γ.Π. παρέδωσε τα έγγραφα σε αστυνομικό, ο μάρτυρας απάντησε ότι, μετά την καταγγελία και καθώς η οικογένεια γνώριζε πως υπήρχε ζήτημα πλαστογραφίας, ήταν δυνατό να ζητηθούν δείγματα της υπογραφής του Μ.Π.
Ο κ. Ευσταθίου αμφισβήτησε τη λογική και τη συνάφεια αυτής της εξήγησης, θέτοντας ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο προέκυψαν τα έγγραφα και οι υπογραφές.
Η διάκριση μεταξύ Μονής και Ηγουμένου
Μεγάλο μέρος της διαδικασίας αφορούσε τη χρήση από τον πάτερ Β. των αναφορών στη «Μονή» και στον Αρχιμανδρίτη Νεκτάριο.
Ο συνήγορος ζήτησε να διευκρινιστεί εάν τα έξοδα που έγιναν για τον μάρτυρα αποτελούσαν προσωπικές δαπάνες του Αρχιμανδρίτη Νεκταρίου ή δαπάνες της Μονής.
Ο πάτερ Β. ανέφερε αρχικά ότι πιθανότερα επρόκειτο για τον πατέρα Νεκτάριο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι τα είδη που αγοράζονταν δεν ήταν προσωπικά δώρα, αλλά αναγκαία αντικείμενα για έναν μοναχό ή διάκονο, τα οποία όφειλε να προμηθεύεται η Μονή.
Ο κ. Ευσταθίου επέμεινε ότι, εφόσον τις δαπάνες έκανε ο Νεκτάριος και από αυτές επωφελείτο προσωπικά ο μάρτυρας, επρόκειτο για έξοδα ή «δώρα» του Νεκταρίου προς αυτόν.
Ο πάτερ Β. διαφώνησε, εξηγώντας ότι ο Ηγούμενος ήταν το πρόσωπο μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν οι αγορές για λογαριασμό της Μονής. «Όταν λέω “η Μονή” σημαίνει Νεκτάριος», είπε, διευκρινίζοντας ότι απευθυνόταν στον Ηγούμενο επειδή εκείνος διαχειριζόταν τα χρήματα της Μονής.
Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι, όταν χρειαζόταν κάτι, απευθυνόταν σε εκείνον «που είχε τα λεφτά», δηλαδή στον πατέρα Νεκτάριο, υπογραμμίζοντας όμως ότι τα χρήματα ανήκαν στη Μονή.
Η υπεράσπιση επέμεινε ότι η Μονή και ο πατέρας Νεκτάριος δεν ταυτίζονται. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η Μονή αποτελεί το σύνολο, ενώ ο Νεκτάριος, ως Ηγούμενος, ήταν αυτός που διαχειριζόταν πρακτικά τα χρήματά της.
Τα άμφια και τα εκκλησιαστικά είδη
Η αντεξέταση κάλυψε και τις αγορές εκκλησιαστικών ειδών για τον πάτερ Β., μεταξύ των οποίων τρία καινούργια ζωστικά, καλυμμαύχι και κουκούλιο, καθώς και παπούτσια, ρούχα και άμφια.
Ο κ. Ευσταθίου υποστήριξε ότι τα είδη αγοράστηκαν για τον μάρτυρα και τον ρώτησε γιατί έπρεπε να τα προμηθευτεί για εκείνον ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος.
Ο πάτερ Β. απάντησε ότι ήταν απαραίτητα για την υπηρεσία του στη Μονή και ότι η αγορά γινόταν πρακτικά από τον Νεκτάριο, με χρήματα της Μονής.
Ανέφερε ακόμη ότι αρκετά από τα άμφια που χρησιμοποιούσε δεν είχαν αγοραστεί ειδικά για τον ίδιο, αλλά βρίσκονταν στη Μονή από προηγούμενα χρόνια και είχαν φορεθεί από άλλους πατέρες και διακόνους. Μεταξύ αυτών, όπως είπε, υπήρχαν άμφια άλλου πατρός που φυλάσσονταν στη Μονή για περίπου 20 χρόνια.
Συνέχεια της διαδικασίας την Τετάρτη
Ο κ. Ευσταθίου επανήλθε επανειλημμένα στο ποιος χειριζόταν τα χρήματα και πραγματοποιούσε τις αγορές. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι, παρότι στις καταθέσεις του χρησιμοποιούσε το όνομα «Νεκτάριος», εννοούσε στην πράξη τη Μονή, καθώς οι μοναχοί απευθύνονταν στον Ηγούμενο για τις ανάγκες τους.
Ο συνήγορος επέμεινε στον διαχωρισμό της Μονής, ως νομικής ή εκκλησιαστικής οντότητας, από το φυσικό πρόσωπο του Ηγουμένου.
Η διαδικασία διακόπηκε, με τον κ. Ευσταθίου να αναφέρει ότι θα επανέλθει την Τετάρτη σε συγκεκριμένο κεφάλαιο της υπόθεσης, επειδή χρειάζονται πρόσθετα στοιχεία. Η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στις 10:00.
Πηγή: ΚΥΠΕ






