
Ομόφωνα απέρριψε το Ανώτατο Δικαστήριο, στις 29 Οκτωβρίου 2026, το αίτημα του ισοβίτη Θεόδωρου Θεοφάνους για επανεκδίκαση της υπόθεσης για την οποία καταδικάστηκε. Πρόκειται, σύμφωνα με τη Νομική Υπηρεσία, για την πρώτη υπόθεση που εξετάστηκε βάσει της νέας νομοθεσίας για επανεκδίκαση ποινικών υποθέσεων στη βάση νέων στοιχείων ή γεγονότων.
Ο Θεοφάνους εκτίει ποινή ισόβιας φυλάκισης για τον εκ προμελέτης φόνο της 24χρονης Iulia Oboroc και την ανθρωποκτονία της 3,5 ετών Βικτώριας Ποζίδου. Καταδικάστηκε στις 31 Οκτωβρίου 2012 από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου και για αδικήματα σχετικά με την κατοχή πυροβόλου όπλου, φυσιγγίων και εκρηκτικών υλών.
Η καταδίκη του είχε επικυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 6 Απριλίου 2015.
Οι ισχυρισμοί που τέθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου
Ο αιτητής προσέφυγε στο Ανώτατο βάσει του άρθρου 9(3)(δ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων, υποστηρίζοντας ότι στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά την καταδίκη δημιουργούσαν θεμελιώδεις αμφιβολίες για την ορθότητά της.
Σύμφωνα με την απόφαση, επικαλέστηκε ένορκη δήλωση του μάρτυρα κατηγορίας Γεώργιου Σαχμπάζοβ, ημερομηνίας 1ης Ιουνίου 2020. Σε αυτήν, ο μάρτυρας φέρεται να ανακάλεσε την προηγούμενη μαρτυρία του, υποστηρίζοντας ότι είχε καταθέσει ψευδώς και ότι δεν βρισκόταν στη σκηνή των εγκλημάτων.
Ο Θεοφάνους παρουσίασε επίσης δηλώσεις και ένορκες μαρτυρίες τρίτων προσώπων, σύμφωνα με τις οποίες ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Αντώνης Προκοπίου Κίτας, φέρεται να είχε παραδεχθεί ότι ο αιτητής δεν ήταν ο δράστης και ότι ήταν ψευδής η μαρτυρία του περί ομολογίας. Προβλήθηκαν ακόμη ισχυρισμοί ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε αναφέρει πως η Αστυνομία τον καθοδήγησε να καταθέσει εναντίον του Θεοφάνους.
Ο αιτητής υποστήριξε ότι τα στοιχεία αυτά κλόνιζαν το αποδεικτικό θεμέλιο της καταδίκης του. Ζήτησε την επανεκδίκαση της υπόθεσης ή, λόγω της μακράς κράτησής του, την αθώωσή του.
Η θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας, ήταν ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν δικαιολογούσαν την ενεργοποίηση της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας.
Το σκεπτικό της ομόφωνης απόφασης
Το Ανώτατο έκρινε ότι η εξουσία επανεκδίκασης μιας ποινικής υπόθεσης έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και πρέπει να συνυπάρχει με τη θεμελιώδη αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων.
Όπως διευκρίνισε, το άρθρο 9(3)(δ) επιτρέπει επανεκδίκαση όταν υπάρχουν νέα στοιχεία ή γεγονότα που ενδέχεται να ανατρέψουν, εν όλω ή εν μέρει, την καταδικαστική απόφαση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν προορίζεται για την επανεξέταση της αρχικής απόφασης με βάση αποδεικτικό υλικό το οποίο είχε ήδη παρουσιαστεί στη δίκη.
Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Δικαστήριο ανέφερε ότι ως νέα στοιχεία μπορούν να θεωρηθούν γεγονότα που υπήρχαν κατά την αρχική δίκη, αλλά παρέμειναν άγνωστα και αποκαλύφθηκαν αργότερα, όπως και γεγονότα που προέκυψαν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Ως παραδείγματα παρέθεσε την αποκάλυψη του πραγματικού δράστη, την εμφάνιση κρίσιμου αυτόπτη μάρτυρα και την ανεύρεση γενετικού υλικού που συνδέεται με την υπόθεση.
Το Ανώτατο κατέληξε, όμως, ότι η μεταγενέστερη ανάκληση ή ανασκευή μαρτυρίας η οποία είχε ήδη δοθεί και αξιολογηθεί στην αρχική δίκη δεν αποτελεί «νέο στοιχείο ή γεγονός» κατά την έννοια του νόμου.
Σύμφωνα με την απόφαση, διαφορετική προσέγγιση θα μετέτρεπε την εξαιρετική αυτή διαδικασία σε μηχανισμό νέας αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αποδεικτικής κρίσης πάνω στην οποία στηρίχθηκε η καταδίκη, υπονομεύοντας την ασφάλεια δικαίου και την τελεσιδικία.
Το Δικαστήριο έκρινε τελικά την αίτηση αβάσιμη και την απέρριψε ομόφωνα. Δεν εξέδωσε διαταγή για έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αίτησης και το γεγονός ότι ο αιτητής εκτίει ποινή ισόβιας φυλάκισης.
Την υπόθεση χειρίστηκαν εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας οι Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας Νίνος Κέκκος και Ανδρέας Χατζηκύρου.
Πηγή: ΚΥΠΕ






