
Σε δύο χρόνια φυλάκισης με αναστολή αύξησε το Εφετείο την ποινή 26χρονου για εμπρησμό οχήματος στη Λευκωσία, κρίνοντας ότι η ζήλια δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας. Η αρχική ποινή ήταν φυλάκιση ενός έτους με αναστολή.
Με την απόφασή του, ημερομηνίας 12 Οκτωβρίου 2026, το Εφετείο έκανε μερικώς δεκτή την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα. Αύξησε τη διάρκεια της φυλάκισης, αλλά απέρριψε τον λόγο έφεσης που αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής, η οποία παραμένει σε ισχύ.
Η έφεση για την αρχική ποινή
Ο 26χρονος είχε παραδεχθεί την ενοχή του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για εμπρησμό μηχανοκίνητου οχήματος. Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους με αναστολή.
Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η ποινή ήταν έκδηλα ανεπαρκής και ότι εσφαλμένα είχε διαταχθεί η αναστολή της.
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, τον Νοέμβριο του 2023 και έπειτα από περιστατικό που είχε σημειωθεί τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ο 26χρονος πήρε δοχείο με βενζίνη από το υπόγειο της πολυκατοικίας όπου διέμενε.
Στη συνέχεια μετέβη σε χώρο στάθμευσης στη Λευκωσία και έθεσε φωτιά στο όχημα. Ακολούθως πέταξε το δοχείο και τα ρούχα του σε σημείο της γειτονιάς του.
Η κρίση του Εφετείου για τις συνθήκες του εμπρησμού
Το Εφετείο έκρινε εσφαλμένη την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο είχε θεωρήσει ότι η πράξη διαπράχθηκε εν βρασμώ και χωρίς προσχεδιασμό. Με αυτό το σκεπτικό, την είχε διαχωρίσει από άλλες υποθέσεις εμπρησμού που εντάσσονται σε προσχεδιασμένη ενέργεια για εκφοβισμό ή επίτευξη άλλων σκοπών.
Στην απόφαση αναφέρεται ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την αφορμή του θυμού μέχρι την ημέρα του αδικήματος, όπως και ο χρόνος που χρειάστηκε για την οργάνωση και τη διάπραξή του, δεν δικαιολογούσαν την κατάληξη ότι ο εμπρησμός τελέστηκε «εν βρασμώ».
Το δικαστήριο επισήμανε ακόμη ότι ο εμπρησμός διαπράχθηκε στη 1.30 π.μ., σε χώρο στάθμευσης στο κέντρο της Λευκωσίας, δημιουργώντας κίνδυνο για το κοινό και την προσκείμενη περιουσία.
Οι συγκεκριμένες συνθήκες, σύμφωνα με το Εφετείο, αποτελούσαν επιβαρυντικό παράγοντα, τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να αναφέρει και να συνυπολογίσει. Επικαλούμενο σχετική νομολογία, υπογράμμισε επίσης ότι ο εμπρησμός είναι σοβαρό αδίκημα λόγω των κινδύνων για τις περιουσίες και την ανθρώπινη ζωή.
Παράλληλα, το Εφετείο σημείωσε ότι η ζήλια που έτρεφε ο 26χρονος έναντι του συγκεκριμένου προσώπου δεν αποτελούσε μετριαστικό παράγοντα.
Γιατί διατηρήθηκε η αναστολή
Κρίνοντας ότι η αρχική ποινή δεν ανταποκρινόταν στη σοβαρότητα του αδικήματος και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, το Εφετείο καθόρισε τη φυλάκιση στα δύο χρόνια.
Κατά την επιμέτρηση έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, το λευκό ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος, την άμεση παραδοχή του, καθώς και την πλήρη και άμεση αποζημίωση για τη ζημιά που προκλήθηκε.
Ως προς την αναστολή, έκρινε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του 26χρονου, η έμπρακτη μεταμέλειά του και η μετέπειτα διαγωγή του δικαιολογούσαν τη διατήρησή της. Έτσι, η έφεση έγινε μερικώς δεκτή: η ποινή αυξήθηκε σε δύο χρόνια φυλάκισης, ενώ η πρωτόδικη απόφαση για την αναστολή παρέμεινε σε ισχύ.
Πηγή: ΚΥΠΕ






