
Σοβαρούς ισχυρισμούς για εξαντλητική εργασία, περιστατικά λιποθυμιών και πρακτικές που, όπως κατέθεσε, αποσκοπούσαν στη δημιουργία «τυφλής υπακοής» διατύπωσε ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας πάτερ που είχε υπηρετήσει στην Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ.
Καταθέτοντας την Τετάρτη ως μάρτυρας κατηγορίας, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο ηγούμενος Νεκτάριος προσποιείτο κατά τη διάρκεια εξομολογήσεων πως ήταν ο Άγιος Πορφύριος. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας στη μονή, στη χρήση σταυρού που αποδιδόταν στον Άγιο Πορφύριο και στη διαχείριση του μισθού του ως κληρικού.
Η ένταξη στην αδελφότητα
Ο μάρτυρας είπε ότι εντάχθηκε στο Ησυχαστήριο ως δόκιμος μοναχός τον Μάρτιο του 2022, αφού διέκοψε τις σπουδές του στη γυμναστική για να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, από την πρώτη ημέρα ο τότε δόκιμος μοναχός Νεκτάριος τού ξεκαθάρισε ότι δεν έπρεπε να διαθέτει κινητό τηλέφωνο. Για να επικοινωνήσει με την οικογένειά του, όπως είπε, έπρεπε να ζητήσει προηγουμένως «ευλογία» και να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο άλλου πατέρα.
Υποστήριξε ότι η επικοινωνία με τους συγγενείς του περιοριζόταν σε μία φορά την εβδομάδα.
Ανέφερε ακόμη ότι στο Ησυχαστήριο δεν υπήρχε συγκεκριμένο πρόγραμμα καθημερινών Θείων Λειτουργιών, εσπερινών, ατομικής προσευχής ή ξεκούρασης. Για περίπου έναν μήνα, όπως είπε, επιχειρήθηκε να τελούνται καθημερινά εσπερινός και όρθρος, αλλά τελικά στις ακολουθίες παρευρίσκονταν συνήθως ο ίδιος και οι πατέρες Τιμόθεος και Ησαΐας.
Καταγγελίες για εξαντλητική εργασία και λιποθυμίες
Μεγάλο μέρος της κατάθεσης αφορούσε το εργαστήριο παρασκευής γλυκών, όπου ο μάρτυρας είπε ότι εργαζόταν από την ένταξή του στην αδελφότητα έως την αποχώρησή του από τη μονή, στις 5 Μαρτίου 2024.
Όπως ανέφερε, το εργαστήριο λειτουργούσε αρχικά στο σπίτι όπου διέμεναν οι πατέρες στο Φτερικούδι και αργότερα μεταφέρθηκε στον Ασκά, λόγω της αυξημένης παραγωγής.
Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι πατέρες εργάζονταν πολλές ώρες, ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τη γιορτή του Οσίου Αββακούμ, καθώς και όταν μετέφεραν τον Σταυρό του Αγίου Πορφυρίου και λείψανα Αγίων σε άλλες ενορίες.
«Πολλές φορές δουλεύαμε ασταμάτητα από το ένα πρωί στο άλλο», ανέφερε. Πρόσθεσε ότι μετά τη νυχτερινή εργασία δεν πήγαιναν στη μονή για να ξεκουραστούν, αλλά συνέχιζαν με καθαριότητες και παραλαβή παραγγελιών.
Περιέγραψε υπερβολικό κρύο τον χειμώνα, ανυπόφορη ζέστη το καλοκαίρι και παρουσία ποντικιών στο εργαστήριο. Κατά τους ισχυρισμούς του, εξαιτίας της εξάντλησης οι πατέρες κοιμούνταν σε καρέκλες ή στο πάτωμα, ενώ το καλοκαίρι κοιμούνταν κάποιες φορές πάνω από την κατάψυξη για να δροσιστούν.
Αναφέρθηκε ειδικότερα σε περιστατικό κατά το οποίο ο ίδιος και οι πατέρες Πορφύριος και Τιμόθεος λιποθύμησαν ενώ εργάζονταν ασταμάτητα γύρω στα μεσάνυχτα. Όπως είπε, πρώτος λιποθύμησε ο πατήρ Πορφύριος και, ενώ οι άλλοι δύο προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν, έχασαν και εκείνοι τις αισθήσεις τους.
Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο πατήρ Νεκτάριος τους εντόπισε στο πάτωμα έξω από το εργαστήριο και τους μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου τους χορηγήθηκε οξυγόνο. Ανέφερε ότι αργότερα διαπιστώθηκε διαρροή γκαζιού σε έναν από τους φούρνους και ότι οι πατέρες εργάζονταν συχνά με ζάλη και τάση λιποθυμίας.
Κατέθεσε επίσης ότι είχε λιποθυμήσει το πρωί της ενθρόνισης του πατέρα Νεκτάριου, στις 11 Δεκεμβρίου 2022, αποδίδοντας το περιστατικό στην κούραση από τις προετοιμασίες και την παραγωγή γλυκών.
Οι ισχυρισμοί για προσβολές και «τυφλή υπακοή»
Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι οι πατέρες Πορφύριος και Νεκτάριος φώναζαν στους μοναχούς όταν γίνονταν λάθη στη δουλειά. Όπως είπε, άκουσε χαρακτηρισμούς όπως «άχρηστοι» και «βλάκα», καθώς και τη φράση «μετανιώνω που σε έκανα μοναχό».
Παρότι αντιλαμβανόταν ότι εργαζόταν υπερβολικά, ανέφερε ότι δεν διαμαρτυρόταν, επειδή θεωρούσε πως ως μοναχός όφειλε να υπακούει στον γέροντά του.
Αναφερόμενος στις εξομολογήσεις του, ισχυρίστηκε ότι κατά τις περισσότερες από αυτές ο πατήρ Νεκτάριος άλλαζε τη φωνή του κατά την ανάγνωση της συγχωρητικής ευχής και προσποιείτο ότι ήταν ο Άγιος Πορφύριος.
Ο «Άγιος», σύμφωνα με όσα κατέθεσε, φέρεται να του έλεγε να υπακούει στον γέροντά του, δηλαδή στον πατέρα Νεκτάριο, επειδή ήταν «άγιος άνθρωπος», και ότι μέσω της υπακοής δεν θα έχανε ποτέ.
Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι στη συνέχεια ο πατήρ Νεκτάριος έπεφτε στην καρέκλα, προσποιούμενος ότι είχε λιποθυμήσει. Όταν «συνερχόταν», έκανε πως δεν θυμόταν τι είχε συμβεί και φέρεται να του έλεγε: «Γιε μου, αυτά είναι του Θεού και δεν τα λες σε κανένα».
Όπως ανέφερε, τότε πίστευε όσα συνέβαιναν και τα κατέγραφε σε προσωπικό ημερολόγιο, σημειώνοντας ημερομηνίες και όσα θεωρούσε ότι του έλεγε ο Άγιος Πορφύριος.
«Τώρα καταλαβαίνω ότι όλα αυτά ήταν ψέματα», είπε. Κατά την εκτίμησή του, σκοπός ήταν να εμφανίζεται ο πατήρ Νεκτάριος ως «άγιος» στα μάτια του και να του δημιουργείται «τυφλή υπακοή».
Ο σταυρός και οι αναφορές σε θαυμαστό φαινόμενο
Σε άλλο μέρος της κατάθεσής του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε ξύλινο σταυρό του Αγίου Πορφυρίου, ο οποίος, όπως είπε, ανήκε στον πατέρα Νεκτάριο και φυλασσόταν σε μεταλλική θήκη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ιερωμένοι πατέρες χρησιμοποιούσαν τον σταυρό για να σταυρώνουν πιστούς και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτός κολλούσε στα ρούχα ή στο κεφάλι τους. Ο μάρτυρας είπε ότι αρχικά πίστευε πως επρόκειτο για θαύμα.
Κατέθεσε ότι ο πατήρ Νεκτάριος έλεγε στους πιστούς πως ο ιερωμένος που χρησιμοποιούσε τον σταυρό είχε προηγουμένως παραμείνει τρεις ημέρες χωρίς φαγητό και νερό. Ο μάρτυρας υποστήριξε, ωστόσο, ότι δεν είδε ποτέ κάποιον πατέρα της μονής να περάσει ούτε μία ημέρα χωρίς να φάει ή να πιει, ενώ ο ίδιος είχε φάει την προηγουμένη όσες φορές χρησιμοποίησε τον σταυρό.
Ανέφερε επίσης ότι ο σταυρός «πάντα μύριζε μύρο» και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τον έβλεπε, όπως είπε, να «μυρόβλυζε». Δήλωσε ότι δεν είδε ποτέ κάποιον να τοποθετεί μύρο στον σταυρό και γι’ αυτό πίστευε ότι επρόκειτο για θαυμαστό φαινόμενο.
Όταν ρώτησε τον πατέρα Νεκτάριο γιατί ο σταυρός κολλούσε πάνω στους πιστούς, εκείνος φέρεται να απάντησε ότι αυτό μπορούσε να σημαίνει πως ο πιστός είχε κάποιο πρόβλημα το οποίο εντόπισε ο σταυρός, πως το πρόβλημα θεραπεύτηκε μέσω του σταυρού ή πως ο σταυρός τού έδινε πνευματική δύναμη.
Η κατάθεση για τον μισθό του
Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στη μισθοδοσία του, λέγοντας ότι λογίστρια της Ιεράς Μητρόπολης Ταμασού τον ενημέρωσε πρόσφατα για έγγραφα του Κεντρικού Εκκλησιαστικού Ταμείου. Σε αυτά εμφανιζόταν συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός για την κατάθεση του μισθού του ως κληρικού.
Κατέθεσε ότι τα έγγραφα και οι υπογραφές που έφεραν δεν ήταν δικά του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, σύμφωνα με έλεγχο στο λογιστήριο, από τη χειροτονία του έως την ημέρα εκείνη ο μισθός του καταβαλλόταν σε λογαριασμό που, όπως του αναφέρθηκε, τηρούσαν ο ηγούμενος Νεκτάριος, ο αρχιμανδρίτης Πορφύριος και ο ιερομόναχος Αβακούμ.
Ο ίδιος δήλωσε ότι «εκπλάγηκε και απογοητεύτηκε», καθώς πίστευε, βάσει ενημέρωσης που είχε λάβει από τον πατέρα του, ότι ο μισθός χρησιμοποιείτο για φιλανθρωπίες και για τις ανάγκες της μονής.
Απαντώντας σε ερώτηση της κατηγορούσας Αρχής, είπε ότι γνώριζε άλλες μονές όπου τελούνται καθημερινά ακολουθίες «ημέρα και νύχτα». Αντίθετα, υποστήριξε ότι στη συγκεκριμένη μονή η εργασία στο εργαστήριο αποτελούσε ουσιαστικά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο διακόνημα.
Η συνέχεια της δίκης και οι κατηγορίες
Η ακροαματική διαδικασία θα συνεχιστεί στις 14 Σεπτεμβρίου 2026, στις 09:30.
Η υπόθεση αφορά τους μοναχούς Νεκτάριο και Πορφύριο, οι οποίοι αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για συνωμοσία προς καταδολίευση, πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, κλοπή από αντιπρόσωπο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και υποβολή ψευδούς φορολογικής δήλωσης.
Οι δύο κατηγορούμενοι αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή και δεν έχουν παραδεχθεί καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Παραμένουν ελεύθεροι με τους ίδιους περιοριστικούς όρους.
Πηγή: ΚΥΠΕ






