
Την επανεξέταση των αιτήσεων γυναίκας για παροχή Επιδόματος Τέκνου και Επιδόματος Μονογονεϊκής Οικογένειας για τα έτη 2024 και 2025 εισηγείται η Επίτροπος Διοικήσεως, Μαρία Στυλιανού Λοττίδη.
Σε έκθεσή της, η Επίτροπος καλεί την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (ΥΔΕΠ) να αξιολογήσει συνολικά και εξατομικευμένα όλα τα στοιχεία που προσκόμισε η παραπονούμενη και να αιτιολογήσει επαρκώς την τελική απόφασή της.
Η γυναίκα υπέβαλε δύο παράπονα στο Γραφείο της Επιτρόπου για καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των αιτήσεών της. Και οι δύο αιτήσεις απορρίφθηκαν, καθώς η ΥΔΕΠ έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις νόμιμης και συνεχούς διαμονής στις περιοχές που ελέγχει αποτελεσματικά η Κυπριακή Δημοκρατία κατά τα πέντε έτη πριν από την υποβολή τους. Η αμφισβητούμενη περίοδος αφορούσε το διάστημα από τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι τον Ιούνιο του 2022.
Τα πρόσθετα στοιχεία και η ιεραρχική προσφυγή
Κατά την επανεξέταση της υπόθεσης, λειτουργός της ΥΔΕΠ ζήτησε στις 7 Αυγούστου 2025 αναλυτική κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού της παραπονούμενης από τράπεζα της Σκωτίας για την επίμαχη περίοδο.
Τον Οκτώβριο του 2025 η παραπονούμενη υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή κατά της απόρριψης της αίτησής της για το 2024, καταθέτοντας νέα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού που είχε ζητηθεί.
Σύμφωνα με την έκθεση, η αίτηση απορρίφθηκε επειδή δεν τεκμηριώθηκε η συνεχής διαμονή της στην Κυπριακή Δημοκρατία από τον Ιανουάριο του 2021 μέχρι τον Μάρτιο του 2022. Κατά την αξιολόγηση διαπιστώθηκε επίσης ότι άρχισε να εργάζεται στη Δημοκρατία στις 18 Ιουλίου 2022.
Το Γραφείο της Επιτρόπου έθεσε ενώπιον της ΥΔΕΠ και του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας το αίτημα της γυναίκας για επαναξιολόγηση των δύο υποθέσεων. Η ίδια υποστήριξε ότι οι αιτήσεις απορρίφθηκαν χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και χωρίς να συνεκτιμηθούν όλα τα δικαιολογητικά που είχε υποβάλει.
Από την ΥΔΕΠ και το Υφυπουργείο ζητήθηκε να εξηγήσουν γιατί τα αποδεικτικά στοιχεία κρίθηκαν ανεπαρκή ως προς την προϋπόθεση διαμονής, καθώς και να διευκρινίσουν εάν απαιτούνταν πρόσθετα στοιχεία.
Οι ισχυρισμοί για την περίοδο της πανδημίας
Η έκθεση επισημαίνει ότι η περίοδος για την οποία αμφισβητείται η διαμονή της παραπονούμενης συμπίπτει με την πανδημία COVID-19, όταν ίσχυαν περιορισμοί στις μετακινήσεις.
Η παραπονούμενη ανέφερε ότι εργαζόταν αποκλειστικά διαδικτυακά από την 1η Δεκεμβρίου 2019 έως τις 31 Μαρτίου 2022 και ότι προσκόμισε σχετική βεβαίωση από τον πρώην εργοδότη της στη Σκωτία.
Υποστήριξε ακόμη ότι κατά το υπόλοιπο του 2022 ήταν εγγεγραμμένη ως άνεργη στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης και έλαβε ανεργιακό επίδομα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ανέφερε επίσης ότι συμμετείχε σε κυβερνητικές και άλλες εξετάσεις στη Δημοκρατία κατά την επίμαχη περίοδο, στοιχείο που, κατά την ίδια, τεκμηριώνει τη φυσική παρουσία της στην Κύπρο.
Σύμφωνα με την έκθεση, το Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας δεν απάντησε στις επιστολές του Γραφείου της Επιτρόπου. Τον Ιούλιο διαβιβάστηκε νέα ηλεκτρονική επιστολή με την απορριπτική απόφαση επί της ιεραρχικής προσφυγής για την αίτηση του 2024.
Ως λόγος απόρριψης αναφερόταν η ανεπαρκής τεκμηρίωση της συνεχούς και μόνιμης διαμονής στη Δημοκρατία από τον Ιανουάριο του 2020 έως τον Ιούνιο του 2022, χωρίς περαιτέρω εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους τα στοιχεία κρίθηκαν ανεπαρκή.
«Η απλή επίκληση της νομοθεσίας δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία»
Η Επίτροπος υπενθυμίζει ότι οι διοικητικές πράξεις που εκδίδονται έπειτα από άσκηση διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένες. Επισημαίνει επίσης ότι οι αρχές της χρηστής διοίκησης επιβάλλουν στα διοικητικά όργανα να ενεργούν σύμφωνα με το περί δικαίου αίσθημα, ώστε να αποφεύγονται ανεπιεικείς και άδικες λύσεις.
Όπως σημειώνει, η εφαρμογή της νομοθεσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει τον κοινωνικό σκοπό των συγκεκριμένων επιδομάτων, τα οποία αποβλέπουν στην οικονομική στήριξη οικογενειών με παιδιά και ιδιαίτερα των μονογονεϊκών οικογενειών.
Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ο σκοπός αυτός δεν αναιρεί τις νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης των επιδομάτων ούτε δικαιολογεί την παράκαμψή τους. Κατά την εξέταση των αιτήσεων, υπογραμμίζει, πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά και συνολικά όλα τα στοιχεία που προσκομίζονται.
Σε περίπτωση που αυτά κρίνονται ανεπαρκή, θα πρέπει να παρέχεται σαφής ενημέρωση για τους λόγους της απόφασης, ώστε να μην δημιουργούνται υπόνοιες αυθαιρεσίας. «Η απλή επίκληση της νομοθεσίας δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία», αναφέρει η Επίτροπος.
Η εισήγηση προς την ΥΔΕΠ
Η κ. Λοττίδη εισηγείται στον προϊστάμενο της ΥΔΕΠ να μεριμνήσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, της χρηστής διοίκησης και της δέουσας έρευνας, για την επανεξέταση των αιτήσεων των ετών 2024 και 2025.
Ζητά να ληφθεί υπόψη το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας, περιλαμβανομένων όσων προσκομίστηκαν έπειτα από δικό της αίτημα.
Κατά την επανεξέταση, προσθέτει, θα πρέπει να διευκρινιστεί με επαρκή αιτιολογία εάν τα στοιχεία τεκμηριώνουν την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία προϋπόθεση διαμονής, ώστε η παραπονούμενη να γνωρίζει με σαφήνεια τους λόγους της τελικής κρίσης.
Η έκθεση κοινοποιήθηκε και στην Υφυπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας για ενημέρωση.
Πηγή: ΚΥΠΕ






