
Αναφορές για σωματική και ψυχολογική βία σε βάρος του Στυλιανού, καθώς και τις ενέργειες που, όπως κατέθεσε, έκανε για να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), παρουσίασε την Πέμπτη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η συνδετική λειτουργός ειδικής εκπαίδευσης του παιδιού κατά την περίοδο 2011-2015. Η μαρτυρία δόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης για τον θάνατο του ανηλίκου, τον Σεπτέμβριο του 2019.
Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο υπεράσπισης της τρίτης κατηγορούμενης, λειτουργού των ΥΚΕ, Βίκτωρα Ακάμα, η Α.Τ. ανέφερε ότι στόχος των εμπλεκόμενων επαγγελματιών ήταν να βοηθήσουν το παιδί. «Η προσπάθειά μας ήταν να σώσουμε το παιδί, το οποίο στο τέλος δεν σώθηκε», είπε.
Οι αναφορές για περιστατικά βίας
Η μάρτυρας κατέθεσε ότι επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με την τρίτη κατηγορούμενη όταν προέκυπταν περιστατικά πέραν όσων συζητούνταν στις πολυθεματικές συναντήσεις. Η συγκεκριμένη κατηγορούμενη ήταν, κατά την επίμαχη περίοδο, η αρμόδια λειτουργός που παρακολουθούσε την οικογένεια του Στυλιανού.
Αναφερόμενη στην περίοδο 2011-2012, είπε ότι το παιδί είχε αναφέρει πως δεχόταν χτυπήματα από τον πατέρα του, ενώ σε μία περίπτωση είχε μεταβεί στο σχολείο με σημάδια από χτύπημα με ζώνη. Πρόσθεσε ότι για τις περισσότερες πληροφορίες ενημερωνόταν από τη λογοθεραπεύτρια του παιδιού, η οποία επίσης ενημέρωνε την τρίτη κατηγορούμενη.
Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε ακριβώς και για ποια περιστατικά είχε επικοινωνήσει με την κατηγορούμενη, καθώς δεν είχε κρατήσει σχετικές σημειώσεις. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες στην τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της.
«Θυμάμαι να λέω στους συναδέλφους μου ότι δεν την βρίσκω άμα θέλω κάτι άμεσα να της πω», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι συνάδελφοί της την είχαν συμβουλεύσει να καλεί την υποδοχή των ΥΚΕ και να αφήνει μήνυμα.
Ο κ. Ακάμας υπέβαλε στη μάρτυρα ότι ουδέποτε επικοινώνησε με την τρίτη κατηγορούμενη για περιστατικά που αφορούσαν τον Στυλιανό, με την ίδια να απαντά ότι αυτή ήταν η άποψή του.
Το σημείωμα με την ένδειξη «sos»
Κατά την αντεξέταση εξετάστηκε και σημείωμα που, σύμφωνα με τη μάρτυρα, είχε παραλάβει από την προηγούμενη συνδετική λειτουργό. Δίπλα από το όνομα του Στυλιανού υπήρχε η ένδειξη «sos». Διευκρίνισε ότι δεν επρόκειτο για επίσημο έγγραφο, αλλά για σημείωμα μεταξύ συναδέλφων, το οποίο περιλάμβανε αντίστοιχες ενδείξεις και για άλλα παιδιά.
Ο συνήγορος αναφέρθηκε επίσης σε επιστολή της 7ης Απριλίου 2011 προς την Επαρχιακή Επιτροπή Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, σε αυτήν καταγράφονταν εισηγήσεις πολυθεματικής συνάντησης για συνέχιση της ειδικής εκπαίδευσης και της λογοθεραπείας, παρουσία σχολικού συνοδού, συνεργασία με παιδοψυχίατρο και παραπομπή του παιδιού σε παιδονευρολόγο.
Η επιστολή περιλάμβανε ακόμη αναφορές στην επισκευή της κατοικίας και στην απομάκρυνση των παιδιών από τη φάρμα κατά τις απογευματινές ώρες. Ερωτηθείσα αν στο έγγραφο υπήρχε αναφορά ότι η τρίτη κατηγορούμενη δεν εκτελούσε σωστά τα καθήκοντά της, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά.
Σε σχέση με την κατάθεση που είχε δώσει σε ποινικό ανακριτή τον Σεπτέμβριο του 2020, ρωτήθηκε γιατί δεν είχε αναφέρει τον χαρακτηρισμό «sos». Απάντησε ότι η διαδικασία ήταν πρωτόγνωρη για την ίδια και ότι δεν είχε προετοιμαστεί ή καθοδηγηθεί. Όπως είπε, παρουσίασε τη συνολική εικόνα και απάντησε στις ερωτήσεις του ανακριτή, περιγράφοντας περιστατικά που θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή.
Δεν είχε συναντήσει προσωπικά τον Στυλιανό
Η Α.Τ. επιβεβαίωσε ότι, παρά τον ρόλο της ως συνδετικής λειτουργού, δεν είχε συναντήσει τον Στυλιανό. Εξήγησε ότι ήταν αρμόδια κυρίως για τον συντονισμό των πολυθεματικών συναντήσεων και τη συνεργασία με εκπαιδευτικούς και άλλους επαγγελματίες, από τους οποίους λάμβανε πληροφορίες.
Συμφώνησε ότι δεν είχε προσωπική εικόνα για την εμφάνιση του παιδιού, δεν είχε διαπιστώσει η ίδια μώλωπες ή εκδορές και ο ανήλικος δεν της είχε εκφράσει προσωπικά παράπονα.
Παρέπεμψε, ωστόσο, σε προσωπικές σημειώσεις της από πολυθεματική συνάντηση της 17ης Οκτωβρίου 2011, στις οποίες είχε καταγράψει τη συνέχιση ψυχολογικής και σωματικής βίας σε βάρος του παιδιού, καθώς και ζητήματα που αφορούσαν τη συναισθηματική του κατάσταση.
Ο κ. Ακάμας επισήμανε ότι στις σημειώσεις δεν καταγραφόταν πως η ίδια είχε ενημερώσει την τρίτη κατηγορούμενη. Η μάρτυρας απάντησε ότι η λειτουργός των ΥΚΕ ήταν παρούσα στη συνάντηση και είχε ακούσει όσα συζητήθηκαν. «Ό,τι άκουγα εγώ, άκουγε και αυτή. Απλά διερωτώμαι, οι σημειώσεις της κατηγορούμενης 3 υπάρχουν; Τι έγραφε εκείνη;», πρόσθεσε.
Για αναφορές ότι ο Στυλιανός δεχόταν χτυπήματα στη φάρμα, η μάρτυρας είπε ότι αυτές είχαν γίνει από τον δάσκαλο, τη λογοθεραπεύτρια και τη σχολική συνοδό, οι οποίοι είχαν μιλήσει με το παιδί. Ανέφερε ότι, μολονότι δεν είχε καταγράψει τις λεπτομέρειες, είχε σημειώσει την ύπαρξη ψυχολογικής και σωματικής βίας.
Τα περιστατικά που περιέγραψε η μάρτυρας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε περιστατικό κατά το οποίο, σύμφωνα με όσα μετέφερε η λογοθεραπεύτρια στη μάρτυρα, ο Στυλιανός φέρεται να είπε στο μάθημα: «εγώ εν μπορώ να κάτσω, πονώ».
Η Α.Τ. είπε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει αμέσως με την τρίτη κατηγορούμενη, χωρίς να καταφέρει να την εντοπίσει την ίδια ημέρα, και ζήτησε από τη λογοθεραπεύτρια να επιχειρήσει επίσης να επικοινωνήσει μαζί της. Κατά τη μαρτυρία της, μίλησε με τη λειτουργό την επόμενη ημέρα, ενώ εκείνη επισκέφθηκε το σχολείο για να δει το παιδί μερικές ημέρες αργότερα.
Αναφέρθηκε και σε περιστατικό κατά τη σχολική χρονιά 2012-2013, όταν ο Στυλιανός φέρεται να είπε στη λογοθεραπεύτρια ότι ο πατέρας του τον χτύπησε με κολάνι. Η μάρτυρας υποστήριξε ότι ενημέρωσε την τρίτη κατηγορούμενη, ενώ η λογοθεραπεύτρια τής μετέφερε ότι η λειτουργός δεν επισκέφθηκε το σχολείο. Διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε αν είχε μεταβεί στο σπίτι της οικογένειας.
Η υπεράσπιση υπέβαλε ότι δεν είχε γίνει τέτοια ενημέρωση και ότι, εάν τα περιστατικά είχαν συμβεί, η μάρτυρας θα τα είχε περιλάβει στην κατάθεσή της προς τον ποινικό ανακριτή. Η ίδια απάντησε ότι δεν κατέγραφε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες της και ότι, λόγω του συντονιστικού της ρόλου, βρισκόταν συνεχώς στο τηλέφωνο με τις αρμόδιες υπηρεσίες.
«Έχω παράπονο ότι δεν βοηθήθηκε το παιδί»
Ερωτηθείσα ποιο ήταν το παράπονό της από την τρίτη κατηγορούμενη, η μάρτυρας είπε ότι δεν υπήρχε προσωπική διαφορά, αλλά θεωρούσε ότι το παιδί δεν βοηθήθηκε. «Έχω παράπονο ότι δεν βοηθήθηκε το παιδί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι, παρά τις αναφορές, η κατάσταση δεν άλλαζε και ο Στυλιανός παρέμενε στο ίδιο περιβάλλον.
Είπε ακόμη ότι η εικόνα του παιδιού προκαλούσε ανησυχία, σημειώνοντας ότι «δεν τολμούσα καν να πω ότι το μωρό είχε κατάθλιψη». Παρέπεμψε παράλληλα σε σημειώσεις από πολυθεματική συνάντηση του Δεκεμβρίου του 2012, σύμφωνα με τις οποίες το παιδί ανησυχούσε ότι οι γονείς του θα χώριζαν.
Η μάρτυρας κατέθεσε ότι είχε λάβει πληροφορίες για περιστατικά βίας και σε βάρος της μητέρας, καθώς και για καβγάδες με τον πατέρα. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν δική της αρμοδιότητα να διερευνήσει την κατάσταση της μητέρας.
Κατά την άποψή της, οι ΥΚΕ έπρεπε να διερευνήσουν τις συνθήκες διαβίωσης και τις αναφορές για βία, καθώς και να αξιολογήσουν αν έπρεπε να κινηθούν διαδικασίες απομάκρυνσης του παιδιού από το σπίτι. Τόνισε, όμως, ότι δεν γνώριζε ποιες συγκεκριμένες ενέργειες είχε κάνει η τρίτη κατηγορούμενη ούτε πόσες φορές είχε επισκεφθεί την οικογένεια ή τη φάρμα.
Ο ρόλος της σχολικής συνοδού
Η Α.Τ. αναφέρθηκε επίσης στη σχολική συνοδό του Στυλιανού, την οποία χαρακτήρισε απαραίτητη, τουλάχιστον κατά τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, λόγω εκρήξεων θυμού και ζητημάτων που αφορούσαν την ασφάλεια του ίδιου και των άλλων παιδιών.
Είπε ότι η συνοδός ενδιαφερόταν για το παιδί και περνούσε αρκετό χρόνο μαζί του. Η σταδιακή απομάκρυνσή της αποφασίστηκε όταν διαπιστώθηκε ότι ο Στυλιανός έδειχνε να απολαμβάνει μεγαλύτερη αυτονομία. Κατά τη μάρτυρα, η μητέρα δεν έβλεπε θετικά τη συνοδό και έλεγε ότι «επροσπάθαν να ξιφκάλει το μωρό».
Η αντεξέταση για τον φόρτο εργασίας στις ΥΚΕ
Μετά την ολοκλήρωση των ερωτήσεων του κ. Ακάμα, τη μάρτυρα αντεξέτασε η συνήγορος υπεράσπισης της ένατης κατηγορούμενης, επίσης λειτουργού των ΥΚΕ, Χλόη Λοϊζίδου.
Ερωτηθείσα εάν είχε ακούσει λειτουργούς των ΥΚΕ να μιλούν για υπερβολικό φόρτο εργασίας ή υποστελέχωση, η μάρτυρας απάντησε ότι μεταξύ των εργαζομένων γινόταν γενικά λόγος για αυξημένο φόρτο. Είπε, ωστόσο, ότι δεν είχε ακούσει προσωπικά αναφορές για δυσανάλογο αριθμό υποθέσεων σε σχέση με τους διαθέσιμους λειτουργούς ή για υποστελέχωση της υπηρεσίας.
Η δικαστική διαδικασία θα συνεχιστεί την Παρασκευή στις 11:00.
Πηγή: ΚΥΠΕ





