
Αντισυνταγματικό έκρινε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τον τροποποιητικό νόμο που ακύρωνε εγγραφές δικαστικών αποφάσεων για ακίνητα οφειλετών στις κατεχόμενες περιοχές, αποφαινόμενο ότι παραβιάζει τη διάκριση των εξουσιών και πλήττει την αποτελεσματική έννομη προστασία.
Η απόφαση εκδόθηκε έπειτα από αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο υπό αναφορά νόμος προέβλεπε ότι κάθε εν ισχύ εγγραφή δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε ακίνητη ιδιοκτησία οφειλέτη στα κατεχόμενα, θα καθίστατο άκυρη και θα αποσυρόταν από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο.
Οι θέσεις της Δημοκρατίας και της Βουλής
Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι ο νόμος παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και περιλαμβάνει την αποτελεσματική εκτέλεση δικαστικής απόφασης.
Επικαλέστηκε επίσης παραβίαση του Άρθρου 23, που αφορά το δικαίωμα στην περιουσία, καθώς και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Κατά τη θέση του, η γενική και αυτοδίκαιη διαγραφή των έννομων συνεπειών δικαστικών αποφάσεων συνιστά άμεση επέμβαση της νομοθετικής στη δικαστική εξουσία. Προβλήθηκαν ακόμη θέσεις περί παραβίασης του Ευρωπαϊκού Δικαίου.
Από την άλλη πλευρά, ο δικηγόρος της Βουλής των Αντιπροσώπων υποστήριξε ότι δεν προκύπτει συνταγματική εκτροπή, επισημαίνοντας παράλληλα τον κοινωνικό σκοπό της τροποποίησης.
Η εγγραφή ως μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης
Στην απόφασή του, το Ανώτατο Συνταγματικό αναφέρεται στο Άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο ρυθμίζει την εγγραφή δικαστικής απόφασης.
Η διάταξη επιτρέπει στον πιστωτή να εγγράψει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του. Με αυτόν τον τρόπο, ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία ο οφειλέτης έχει συμφέρον και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του καθίσταται εγγύηση για την πληρωμή του χρέους που απορρέει από την απόφαση.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή, τόνισε όμως ότι δεν είναι απεριόριστη. Πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα και με σεβασμό στα όρια της δικαστικής εξουσίας, όπως αυτά καθορίζονται και στο Άρθρο 152.
Κατά το Ανώτατο Συνταγματικό, η νομοθετική εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την ακύρωση, τον παραμερισμό ή την εξουδετέρωση των έννομων συνεπειών που προκύπτουν από την άσκηση της δικαστικής εξουσίας.
Η εγγραφή μιας δικαστικής απόφασης αποτελεί, όπως εξηγείται, μέτρο εκτέλεσης και διασφάλισης της ολοκλήρωσης ή πραγμάτωσης προηγούμενης δικαστικής κρίσης. Με τον επίμαχο νόμο, ο νομοθέτης επιχειρούσε να επέμβει εκ των υστέρων σε υφιστάμενα έννομα αποτελέσματα που είχαν δημιουργηθεί στη βάση προηγηθείσας δικαστικής απόφασης.
Ζήτημα δημοσίου συμφέροντος
Το Δικαστήριο επισήμανε ακόμη ότι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων δεν περιορίζεται στις ιδιωτικές σχέσεις των διαδίκων. Εγείρει, όπως ανέφερε, ύψιστο ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, καθώς συνδέεται άμεσα με το κύρος και την αποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών.
Στο σκεπτικό της απόφασης τέθηκε το ερώτημα κατά πόσο η εκ των υστέρων ακύρωση εγγραφών δικαστικών αποφάσεων σε ακίνητα στις κατεχόμενες περιοχές αποτελεί νομοθετική επέμβαση για την εξάλειψη των αποτελεσμάτων αυτών των αποφάσεων.
«Κρίνουμε πως αυτό επιχειρείται με τον υπ’ Αναφορά Νόμο και ως εκ τούτου είναι η κατάληξη μας πως παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών», αναφέρεται στην απόφαση.
Παραβίαση του δικαιώματος έννομης προστασίας
Το Ανώτατο Συνταγματικό συνέδεσε τη διαπίστωση για παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα έννομης προστασίας και ταυτίζεται με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Όπως σημείωσε, τα δικαστήρια είναι οι θεματοφύλακες του δικαιώματος κάθε πολίτη σε αποτελεσματική έννομη προστασία. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης, ως νομοθετημένο μέσο εκτέλεσης, απολαμβάνει δικαστικής προστασίας.
Η εκ των υστέρων διαγραφή της εγγραφής πλήττει, σύμφωνα με την απόφαση, την ίδια την αποτελεσματικότητα της δικαστικής κρίσης, καθώς της αφαιρεί τα έννομα αποτελέσματά της.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο νόμος δεν περιοριζόταν στη ρύθμιση δικονομικών ζητημάτων εκτέλεσης για το μέλλον. Προέβλεπε γενικά ότι οι εγγραφές δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων στις κατεχόμενες περιοχές καθίστανται άκυρες, γεγονός που οδήγησε και στη διαπίστωση παραβίασης του Άρθρου 30.
Καταληκτικά, το Ανώτατο Συνταγματικό γνωμάτευσε ότι ο νόμος είναι ασύμφωνος προς το Σύνταγμα, επειδή παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τα Άρθρα 30 και 179.
Πηγή: ΚΥΠΕ






